oncontextmenu='return false;'

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ-Το τέλος(Μέρος Γ)



Η αίθουσα όπου βρισκόταν η βιβλιοθήκη, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Δεν ήταν όμως και μικρή για ένα χωριό όπως η Σκαλωτή. Ήταν ένας χώρος περιποιημένος, προσεγμένος, με λευκά έπιπλα και πολύ καλό φωτισμό. Τα ράφια βρίσκονταν περιμετρικά στους τρεις από τους τέσσερις τοίχους της αίθουσας και με ύψος που σταματούσε ένα ράφι πριν ακουμπήσουν στο ταβάνι. Στη μέση υπήρχαν δύο σειρές από τέσσερα τραπέζια. Στον τοίχο που δεν καλυπτόταν από ράφια, υπήρχε ένα τεράστιο παράθυρο με θέα στο Καρά Ντερέ και μπροστά του ένας πάγκος με δύο υπολογιστές. Έκατσε στην καρέκλα που βρισκόταν μπροστά στον έναν από αυτούς. Μετακίνησε ελαφρά το ποντίκι για να ενεργοποιηθεί η οθόνη και διπλοκλίκαρε στο εικονίδιο της εφαρμογής. Πληκτρολόγησε τον κωδικό που ήταν γραμμένος με μεγάλα γράμματα στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή και το πρόγραμμα ξεκλειδώθηκε. Πάτησε πάνω στον μεγεθυντικό φακό, πληκτρολόγησε "Καρά Ντερέ" και πάτησε το enter. Σε μερικά δευτερόλεπτα μέσα σε ένα πλαίσιο εμφανίστηκαν όλα εκείνα τα αποτελέσματα που οδηγούσαν σε πληροφορίες γύρω από το Καρά Ντερέ. Ο συνάδελφός της την είχε ενημερώσει λέγοντας της ότι το βιβλίο που αφορούσε στα ιδιαίτερα συμβάντα που είχαν λάβει χώρα στο δάσος του Καρά Ντερέ, θα το αναγνώριζε αμέσως από το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Σε ένα χαρτάκι σημείωσε τους αριθμούς των ραφιών πάνω στα οποία θα έβρισκε τα βιβλία και από κει και πέρα θα κρατούσε αυτό που την ενδιέφερε. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Στην δεύτερη προσπάθειά της βρήκε το βιβλίο που ζητούσε. Ο νεαρός υφιστάμενός της είχε δίκιο. Το εξώφυλλο ήταν κάτι το οποίο δεν είχε ξανασυναντήσει παρόμοιό του ποτέ. Ήταν γκρι μεταλλικό, σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο. Και ήταν όλο ανάγλυφο. Στο κέντρο του ξεχώριζε έντονα ένα επίσης ανάγλυφο κοράκι. Το μάτι του είχε κόκκινο χρώμα. Η μορφή του της προκάλεσε ταραχή. Το περιεργάστηκε για λίγη ώρα. Σκάλισε με τα δάχτυλά της το παράξενο εξώφυλλο.  Το βιβλίο φαινόταν πολύ παλιό. Έκατσε σε ένα από τα τραπέζια. Ξεφύσησε και το άνοιξε. Ανασήκωσε τα φρύδια μόλις διάβασε τη φράση που ήταν γραμμένη στην πρώτη σελίδα:

"Μην ξεκινήσεις την ανάγνωση αν δεν έχεις ανοιχτό μυαλό και αδέσμευτο ψυχισμό. 
Μην ξεκινήσεις την ανάγνωση αν πιστεύεις μόνο όσα εξηγούνται με τη λογική..."




Χαμογέλασε με ένα ελαφρύ, ειρωνικό, πλάγιο χαμόγελο. Γύρισε χωρίς να το σκεφτεί στην επόμενη σελίδα. Ήταν καλυμμένη ολόκληρη από ένα ασπρόμαυρο σκίτσο. Στο ξέφωτο ενός δάσους μια νεαρή γυναίκα καθισμένη μπροστά σε ένα πιάνο, πάνω στο οποίο ήταν ένα κοράκι και ένα τριαντάφυλλο. Δεν πέρασαν παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα και η Ελπίδα τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμήθηκε το όνειρο που είχε δει. Μόνο που στο όνειρο δεν είχε δει την κοπέλα εκείνη. Όλα τα υπόλοιπα όμως ήταν ίδια: το τοπίο, το πιάνο, το κοράκι, το τριαντάφυλλο... Γύρισε στην επόμενη σελίδα και άρχισε να διαβάζει. Τις επόμενες δυόμιση ώρες τις πέρασε διαβάζοντας προσεκτικά όλα όσα ήταν γραμμένα εκεί μέσα. Το βιβλίο ήταν πράγματι πολύ παλιό και μιλούσε για μια γυναικεία οντότητα η οποία είχε στοιχειώσει πολλά-πολλά χρόνια πριν το δάσος του Καρά Ντερέ. Ο θρύλος που έχει γεννηθεί αναφερόταν σε μια νεαρή γυναίκα η ομορφιά της οποίας μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την ομορφιά των άγριων ρόδων, σαν εκείνα που φύτρωναν στον κήπο της. Το σπίτι της βρισκόταν στο σημείο που ξεκινάει τώρα το Καρά Ντερέ και ο κήπος του ήταν γεμάτος με ολόλευκες αγριοτριανταφυλλιές. Τις αγαπούσε πολύ. Τις φρόντιζε και τις περιποιούνταν συνεχώς και ποτέ δεν έκοψε ούτε ένα μπουμπούκι. Ήταν τα πιο όμορφα ρόδα που είχε δει ποτέ ανθρώπινο μάτι. Έμεινε από μικρή ορφανή και έτσι έμαθε να φροντίζει τον εαυτό της. Εκτός από τα λουλούδια της, λάτρευε επίσης να παίζει πιάνο. Ήταν της μητέρας της. Το μοναδικό πράγμα που είχε απομείνει από εκείνη για να την θυμίζει. Τα απογεύματα καθόταν δίπλα στο παράθυρο και όταν πατούσε με τα λευκά κρινοδάχτυλά της τα πλήκτρα, ο χώρος γέμιζε με γλυκιές μελωδίες. Λέγεται πως κάποτε είχε φτάσει στο χωριό, τότε που όπως έγραφε στο βιβλίο λεγόταν ακόμη Λιμπάν, πριν πάρει την ελληνική ονομασία Σκαλωτή το 1927, ένας νέος ο οποίος την ερωτεύτηκε σφόδρα και βάλθηκε να την κατακτήσει. Τόσο είχε θαμπωθεί με την ομορφιά και το παίξιμό της. Ο καιρός περνούσε και ο νέος μάταια προσπαθούσε να την πείσει, ώσπου τελικά έπεσε σε μελαγχολία. Η κοπέλα βλέποντας τον νέο σε αυτή την κατάσταση, τον λυπήθηκε και τελικά πίστεψε στα λόγια του και ενέδωσε στον έρωτά του. Στην τρίτη τους συνάντηση, βαθιά μέσα στο δάσος του Καρά Ντερέ, δίπλα στο ποτάμι με τα κρυστάλλινα νερά που κατέβαιναν ορμητικά από το χιονισμένο βουνό, τρελαμένος πλέον από την τόση ομορφιά της, έβγαλε το μαχαίρι που είχε πάντα ζωσμένο πάνω του και το κάρφωσε στο κέντρο της καρδιά της. Τα τελευταία λόγια του πριν την φριχτή πράξη ήταν πως τέτοια ομορφιά είναι τόσο απόκοσμη, που μόνο ένα δαιμονικό πλάσμα θα μπορούσε να την έχει. Τράβηξε αργά το μαχαίρι και το αίμα που ανάβλυσε από την πληγή μούσκεψε το φόρεμά της. Από τον στέρνο του έβγαλε ένα λευκό άγριο τριαντάφυλλο. Το είχε κόψει κρυφά από τον κήπο της και του είχε αφαιρέσει όλα τα αγκάθια. Το ακούμπησε πάνω στο στήθος της και από πάνω τα χέρια της. Την πήρε στην αγκαλιά του και την άφησε να γλιστρήσει στο ποτάμι. Την στιγμή εκείνη πάνω από τους δύο νέους πέταξε ένα κοράκι με κατακόκκινα μάτια. Έκανε τρεις κύκλους κρώζοντας με την χαρακτηριστική φωνή του και πέταξε μακριά.
Το πρωί της επόμενης ημέρας οι κάτοικοι του χωριού έγιναν μάρτυρες ενός παράξενου σκηνικού: τα αγριοτριαντάφυλλα στην κήπο της κοπέλας άλλα ήταν μαραμένα και άλλα κατάξερα και ριγμένα στο έδαφος. Ήταν πράγματι παράξενο κάτι τέτοιο μιας που ήταν κατακαλόκαιρο. Το πιο αδιανόητο όμως ήταν ότι από κάτασπρα που ήταν, τώρα είχαν πάρει το χρώμα της σκουριάς και κάποια άλλα πιο κόκκινα, βαθυκόκκινα, τόσο που θύμιζαν…αίμα! Ναι! Κατακόκκινα σαν το αίμα. Άλλα με πιτσιλιές που ξεχύνονταν από τα εσώτερα των πετάλων τους και άλλα ολόκληρα ντυμένα την αιμάτινη σάρκα τους. Ένα ήταν βέβαιο: όλο αυτό ήταν ένας πολύ κακός οιωνός. Η κοπέλα δεν βρέθηκε ποτέ. Όλοι πίστεψαν πως ακόμα και η φύση ζήλεψε την ομορφιά της και την εκδικήθηκε. Ο νέος εξαφανίστηκε επίσης. Κανείς όμως δεν σύνδεσε τα δύο γεγονότα, μιας που κανείς δεν ήξερε για την επαφή των δύο νέων. Από τότε το δάσος στοιχειώθηκε από την αδικοχαμένη ψυχή της. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν αναφέρει πως την έβλεπαν να περιφέρεται στην όχθες που ποταμού κρατώντας στα χέρια της ένα ματωμένο τριαντάφυλλο ή  άλλοτε το βράδυ της παραμονής του θανάτου της να ακούν τον ήχο από τρεχούμενο νερό μέσα από τον κήπο της, σαν να τον πότιζε κάποιος. Κάθε τρεις δεκαετίες την νύχτα της παραμονής της επετείου του θανάτου της ο κήπος με τις αγριοτριανταφυλλιές ζωντανεύει. Την επόμενη ημέρα είναι ολάνθιστος με κατακόκκινα τριαντάφυλλα που ως το βράδυ έχουν ξανά μαραθεί.
          Η Ελπίδα διάβαζε προσεκτικά αράδα την αράδα και προσπαθούσε να εκλογικεύσει όλα όσα ήταν γραμμένα μέσα σε εκείνο το παράξενο βιβλίο. Το σπίτι στο οποίο ζούσε ήταν το ίδιο στο οποίο αναφερόταν το βιβλίο. Το κατάλαβε από την δοσμένη με ακρίβεια τοποθεσία αλλά και από την περιγραφή του. Συνέχισε την ανάγνωση. Στις επόμενες σελίδες ήταν καταγεγραμμένα τα περιστατικά που είχαν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια με τα περισσότερα στοιχεία κοινά μεταξύ των περιπτώσεων. Πάντα ένας νέος άνδρας, τριάντα ετών αργά το βράδυ να κατευθύνεται σαν υπνωτισμένος προς το δάσος του Καρά Ντερέ. Να στέκεται για λίγο μπροστά στην είσοδο και κατόπιν να τρέχει αλαφιασμένος και να χάνεται μέσα στο δάσος φωνάζοντας ακατανόητα λόγια. Η ώρα είχε περάσει. Η βιβλιοθήκη σε λίγα λεπτά θα έκλεινε. Μπήκε στον πειρασμό να δανειστεί το βιβλίο, παρότι όλα όσα διάβαζε έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με όσα πίστευε. Ο υπεύθυνος αφού την κοίταξε λιγάκι δύσπιστα, σημείωσε τα στοιχεία και της το παρέδωσε.
            Με το βιβλίο κάτω από την μασχάλη και με τον γιακά του παλτού της σηκωμένο για να προστατευτεί από το τσουχτερό, δεκεμβριανό κρύο, ανηφόρησε προς το σπίτι της. Έσπρωξε την αυλόπορτα που η φθορά του χρόνου την έκανε να τρίζει και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του σπιτιού της. Την ώρα που έβαζε το κλειδί στην κλειδωνιά γύρισε και κοίταξε τον ρημαγμένο κήπο. Για μια στιγμή της φάνηκε πως τα ρόδα ήταν ανθισμένα. «Ανοησίες…», σκέφτηκε και πέρασε το κατώφλι. Άφησε το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, έβγαλε το παλτό και τις μπότες της και άναψε την σόμπα για να σπάσει την παγωνιά του σπιτιού. Σε ένα κατσαρολάκι ζέστανε λίγο από το μεσημεριανό φαγητό που είχε απομείνει, έφαγε και πήγε αμέσως να ξαπλώσει.
            Στο μυαλό της γυρνούσαν όλα όσα είχαν γίνει μέσα στην ημέρα και όλα όσα είχε διαβάσει στο παλιό, παράξενο βιβλίο. Έκανε μια προσπάθεια να απελευθερώσει το μυαλό της, να σταματήσει να ερμηνεύει τον κόσμο μόνο με τη λογική, να πάψει να πιστεύει μόνο όσα μπορεί να δει με τα μάτια και να αρχίσει να αισθάνεται. Το έλεγε και στην πρώτη σελίδα του βιβλίο. Της θύμισε αυτά που της έλεγε κάποτε η γιαγιά της. Η συμβουλή της.
«Ο κόσμος δεν είναι μόνο όσα βλέπουμε. Αυτά που δεν βλέπουμε είναι πολλά περισσότερα από αυτά που μπορούμε να δούμε». Έτσι συνήθιζε να της λέει. Και κάθε φορά της διηγούταν και από μια ιστορία που είχε συμβεί, έλεγε, πολύ παλιά και κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει. «Τα στοιχειά», έλεγε. Και παρελαύναν μέσα από τις ιστορίες της λογιών και λογιών από δαύτα. Αλλά τα αγαπημένα της ήταν οι νεράιδες. Ζούσαν έλεγε στα δάση και στα χωράφια και μάγευαν του χωρικούς, τους τρέλαιναν το καταμεσήμερο που δούλευαν στα χωράφια τους. Ή τους παίδευαν αργά την νύχτα στον ύπνο τους όταν τύχαινε να αποκοιμηθούν αποκαμωμένοι στα χωράφια. Άλλες πάλι ζούσαν κοντά στο νερό, σε λίμνες, ποτάμια και πηγές. Άλλες ήταν καλές και άλλες κακές και εκδικητικές. Και όλες είχαν μια ιστορία που βασάνιζε την ψυχή τους αιώνια και δεν τις άφηνε να ησυχάσουν. Και έτσι και εκείνες έπαιρναν εκδίκηση. Κάπως έτσι εξηγούσαν τους παράξενους πνιγμούς. Εκείνη που χρησιμοποιούσε πολύ συχνά η γιαγιά της ήταν η νεράιδα του μεσημεριού. Τα καλοκαίρια που η Ελπίδα, μικρή τότε, τα περνούσε στο χωριό με την γιαγιά της, κάποια μεσημέρια που όλο το χωριό απολάμβανε την μεσημεριανή σιέστα και ξεκουράζονταν από τον μόχθο όλης της μέρας, εκείνη αρνιόταν πεισματικά να ξαπλώσει και προτιμούσε να παίζει με τις κούκλες της, φτιάχνοντας ένα σωρό φανταστικούς διαλόγους. Τότε η γιαγιά της για να την πείσει της έλεγε πως θα περάσει η νεράιδα του μεσημεριού και πως όποιο παιδάκι δει να μιλάει, θα του κλέψει τη φωνή. Και η μικρή τότε επιτέλους πειθόταν και ηρεμούσε. Μα πού τα θυμήθηκε όλα αυτά βραδιάτικα; Άνθρωποι του χωριού, αγαθοί, σκεφτόταν. Ήταν πολύ κουρασμένη για να συνεχίσει τις σκέψεις της. Τα βλέφαρά της τα ένοιωθε από ώρα βαριά και έτσι σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αποκοιμήθηκε.
          Τη νύχτα ξύπνησε πεθαίνοντας από τη δίψα. Μέσα στο καταχείμωνο το σώμα της ζητούσε παγωμένο νερό.  Σηκώθηκε βαριεστημένα και κατέβηκε τις σκάλες. Περνώντας από τον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στη κουζίνα, προσπέρασε τον παλιό, θαμπό καθρέφτη που ήταν καρφωμένος στον τοίχο. Τον είχε βρει και αυτόν μαζί με άλλα παλιά αντικείμενα του σπιτιού. Προσπερνώντας τον, με την άκρη του ματιού της παρατήρησε κάτι παράξενο στο είδωλό της. Γύρισε αργά προς τα πίσω και σήκωσε το βλέμμα προς το θαμπό γυαλί. Και τότε είδε το πρόσωπο που καθρεφτιζόταν. Δεν ήταν η ίδια. Ταράχτηκε. Η μορφή που καθρεφτιζόταν ήταν μια νεαρή κοπέλα με λευκό, χλωμό πρόσωπο και χλωμά χείλη, μαύρα, μακριά και ίσα μαλλιά, με ελαφρώς γερμένο προς τα κάτω το πρόσωπο και μάτια κλειστά. Φορούσε μια σκούρα, βελούδινη κάπα και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με την κουκούλα της. Με αργές κινήσεις τράβηξε τα κορδόνια και έλυσε την κάπα, αποκαλύπτοντας ένα λευκό φόρεμα βουτηγμένο σχεδόν ολόκληρο στο αίμα. Σήκωσε το κεφάλι της απότομα και άνοιξε τα μάτια κοιτώντας την Ελπίδα κατάματα. Αυτό που αντίκρυσε ήταν φρικιαστικό. Δεν είχαν ίριδα. Ήταν σχεδόν διάφανα. Η Ελπίδα με ένα βήμα κόλλησε στον τοίχο πίσω της. Κάτι πάτησε. Στο αχνό φως που ερχόταν από την κουζίνα, στο πάτωμα κάτω από το γυμνό της πόδι, διέκρινε κάτι σαν λουλούδι. Ήταν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ξερό και θρυμματισμένο. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Κλείδωσε την πόρτα και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι της. Δεν έκλεισε μάτι ώσπου να ξημερώσει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να πείσει τον εαυτό της ότι όλο αυτό ήταν απλά παιχνίδια του υποσυνειδήτου της εξαιτίας του βιβλίου που είχε διαβάσει τις προηγούμενες ώρες.
            Την επόμενη ημέρα δεν πήγε στο γραφείο. Πήρε μονοήμερη άδεια και έκατσε στο σπίτι προσπαθώντας να βάλει σε τάξη όλα αυτά που είχαν συμβεί και να ξεχωρίσει το αληθινό από το φανταστικό. Τηλεφώνησε στον Αλέξανδρο και του ζήτησε να περάσει από το σπίτι της. Αποφάσισε να του πει όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ, για το όνειρο που είχε δει τότε αλλά και να διαβάσουν τη συνέχεια του βιβλίου. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε ανόρεχτα αυτό το τελευταίο, καθώς η Ελπίδα δεν του έδωσε περιθώρια για άλλη επιλογή.
«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι έχεις αρχίσει να πιστεύεις όλα όσα σου λέγαμε όλο αυτό το διάστημα;», την ρώτησε ο Αλέξανδρος μόλις εκείνη του διηγήθηκε όλα όσα έχουν συμβεί το τελευταίο διάστημα.
«Όχι, Αλέξανδρε. Δεν πιστεύω τίποτε. Απλά σου είπα τι μου συνέβη», του απάντησε πειραγμένη εκείνη.
«Και τότε γιατί δανείστηκες το βιβλίο;»
«Είχα απλά την περιέργεια να δω πως εξηγείτε εσείς την κατάσταση αυτή».
«Κοίτα, Ελπίδα, όπως μου είπες και εσύ, μέσα στο βιβλίο υπάρχουν πολλές περιπτώσεις με πολλές λεπτομέρειες που…»
«Που κάνουν το βιβλίο αυτό ένα ευφάνταστο μυθιστόρημα», τον διέκοψε η Ελπίδα. «Και μιας που το έφερε η κουβέντα, ποιος το έχει γράψει αυτό;».
Ο Αλέξανδρος ανασήκωσε τους ώμους. Η Ελπίδα το πήρε στα χέρια της. Κοίταξε στις πρώτες σελίδες, τίποτα. Κοίταξε και στις τελευταίες, αλλά πάλι δεν βρήκε κάποια πληροφορία. Ρώτησε τον Αλέξανδρο πώς βρέθηκε το βιβλίο και πότε. Για το πότε βρέθηκε κανείς δεν γνωρίζει. Όμως όπως του είχε πει η γιαγιά του, το βιβλίο αυτό ανήκε σε μια οικογένεια από τις παλαιότερες του χωριού. Πήγαινε από γενιά σε γενιά. Η οικογένεια αυτή, οι τελευταίοι απόγονοί της δηλαδή, εγκατέλειψαν το χωριό πριν από περίπου ενενήντα χρόνια. Μια ακόμα παράξενη ιστορία συνοδεύει το βιβλίο το οποίο βρέθηκε μέσα στο σπίτι εκείνο. Η γιαγιά του τότε ήταν μόλις δώδεκα ετών αλλά θυμάται ακόμα το περιστατικό που συνέβη λίγα χρόνια μετά την εγκατάλειψη του σπιτιού. Ένα βράδυ που φυσούσε μανιασμένα, μια κολώνα της ΔΕΗ κατέρρευσε με αποτέλεσμα να πιάσει φωτιά το σπίτι και να καταστραφεί ολοσχερώς. Οι πυροσβέστες που κατάφεραν να σβήσουν την φωτιά, το μόνο που μπόρεσαν να σώσουν και μάλιστα ακέραιο ήταν αυτό το βιβλίο.
Η Ελπίδα άκουγε προσεκτικά αυτά που της εξιστορούσε ο Αλέξανδρος. Προσπαθούσε να καταλάβει αν όλα αυτά που της έλεγε συνέβησαν πραγματικά ή αν απλά ήταν γεγονότα που ναι μεν συνέβησαν, αλλά κάπως διαφορετικά, μα με την πάροδο του χρόνου, τις πολλές διηγήσεις από στόμα σε στόμα και την έμφυτη τάση του ανθρώπου να δίνει μια πιο παραφυσική εξήγηση στα πράγματα, προστέθηκαν όλα αυτά τα παράλογα. Ή μήπως πάλι η γριά γιαγιά του τα είχε χαμένα και έπλαθε ιστορίες από το μυαλό της; Τον ρώτησε αν του είχε πει τον λόγο που η οικογένεια εκείνη εγκατέλειψε τότε το χωριό και γενικότερα αν ξέρει πληροφορίες γύρω από αυτή την οικογένεια. Ο Αλέξανδρος της είπε μόνο ότι η οικογένεια εκείνη είχε τρία παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι που ήταν και το μικρότερο. Τα δυο αγόρια χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο όπως τόσοι νέοι μόλις συμπλήρωναν το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Με δυο χρόνια διαφορά ο ένας από τον άλλο. Η Ελπίδα ανασηκώθηκε στη θέση της. Έμοιαζε σκεπτική. Και όχι τόσο γι’ αυτά που άκουγε, αλλά περισσότερο γιατί ο συνομιλητής της αναφερόταν σε αυτά με τόση σοβαρότητα και έμοιαζε να τα πιστεύει τόσο που κανείς δεν θα μπορούσε να του αλλάξει γνώμη.
« Μέσα στο βιβλίο γράφει πως όλοι οι νέοι που εξαφανίζονταν ήταν τριάντα ετών καθώς την ίδια ηλικία είχε και εκείνος που υποτίθεται ότι σκότωσε την κοπέλα». 
«Δεν υπάρχει υποτίθεται, Ελπίδα. Την σκότωσε», τη διόρθωσε ο Αλέξανδρος. 
Η Ελπίδα έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
«Και δεν εξαφανίζονται όλοι οι νέοι στα τριάντα ανεξαιρέτως», συμπλήρωσε. Η Ελπίδα τον κοίταξε απορημένα.
«Δηλαδή;»
«Μόνο εκείνοι που υποφέρουν από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Δεν έχεις προσέξει πως όποιος είναι πάνω από τριάντα είναι παντρεμένος; Οι νέοι του χωριού μας φεύγουν από εδώ πριν κλείσουν τα τριάντα τους χρόνια και όσοι μένουν, παντρεύονται».
Η Ελπίδα ήταν έτοιμη να βάλει τα γέλια. Μόνο που ο Αλέξανδρος το αντιλήφθηκε και σοβάρεψε ακόμα πιο πολύ με αποτέλεσμα εκείνη να το ξανασκεφτεί.
« Ελπίδα, πρέπει να γυρίσω στη δουλειά. Ξέρω πως όλα αυτά που σου είπα καθώς και όλα όσα διάβασες μέσα στο βιβλίο σου φαίνονται παράλογα. Θα σου πρότεινα να σταματήσεις να ψάχνεις τι συνέβη, γιατί δεν θα βρεις ποτέ λύση», της είπε προχωρώντας προς την πόρτα. Περνώντας το κατώφλι της, γύρισε και την κοίταξε για τελευταία φορά.
«Να θυμάσαι πως σε λίγες μέρες είναι η ε-πέ-τει-ος». Την τελευταία λέξη την πρόφερε συλλαβή τη συλλαβή και έκλεισε την πόρτα.
Η Ελπίδα δεν ήξερε αν έπρεπε να συμφωνήσει και να τα παρατήσει ή να συνεχίσει ώσπου να βρει τη λύση και να δώσει μια λογική εξήγηση για τις εξαφανίσεις που όπως κατάλαβε είχαν ξεκινήσει κάτι παραπάνω από έναν αιώνα πριν. Πρώτη φορά στη ζωή της που ήταν τόσο μπερδεμένη. Πρώτη φορά που μια σειρά από εξαφανίσεις παίρνει έναν δρόμο παράλληλο της λογικής. Και όπως είναι γνωστό, δύο παράλληλοι δεν ενώνονται ποτέ. Πήρε το βιβλίο στα χέρια της και ξεφύσησε μπαϊλντισμένη. Το ξεφύλλισε. Όπως περνούσε τις σελίδες και έφτανε στο τέλος παρατήρησε κάτι. Μια μικρή λεπτομέρεια που δεν είχε προσέξει όταν έψαχναν με τον Αλέξανδρο να βρουν ποιος θα μπορούσε να είχε γράψει αυτό το βιβλίο: η τελευταία σελίδα έλλειπε. Ήταν κομμένη. Έσμιξε τα φρύδια. Πού να ήταν άραγε η κομμένη σελίδα; Είχε κοπεί τυχαία, ή κάποιος την είχε κόψει σκόπιμα; Η Ελπίδα ως τώρα δεν είχε πιστέψει στο τυχαίο. Για όλα πάντα υπήρχε ένας λόγος. Ακόμα και αν με όλα αυτά που είχαν συμβεί το τελευταίο διάστημα η αξιοπιστία στην λογική της είχε ελαφρώς ταραχθεί, για την χαμένη σελίδα ήταν βέβαιη πως δεν είχε κοπεί τυχαία, καθώς ήταν κομμένη σχεδόν σύριζα από το υπόλοιπο βιβλίο και μόνο με μια πιο προσεκτική ματιά θα μπορούσε κάποιος να το διακρίνει. Κάποιος λοιπόν την απέσπασε σκόπιμα, είτε για να κρύψει κάτι, είτε για να οδηγήσει κάποιον στο να ψάξει γι’ αυτή τη σελίδα. Πώς όμως θα μπορούσε να ψάξει και πού; Στοιχεία δεν είχε. Χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά της πάνω στην εσωτερική πλευρά του οπισθόφυλλου. Δεν χρειάστηκαν πολλά χτυπήματα ώσπου να ανακαλύψει ακόμα ένα μυστικό που έκρυβε το βιβλίο και ήθελε και αυτό λίγη περισσότερη παρατηρητικότητα για να έρθει στο φως. Ψαχουλεύοντας ένιωσε κάτι ανάγλυφο. Σαν κάτι να ήταν χαραγμένο. Έπιασε πιο γερά το βιβλίο και το έστρεψε ψηλά προς το φως της ημέρας. Το μαύρο χρώμα της εσωτερικής πλευράς του οπισθόφυλλου δεν την βοηθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν χαραγμένο πάνω του. Έκανε πολλές προσπάθειες και έστρεφε το βιβλίο σε διάφορες κατευθύνσεις και κλίσεις, αλλά μάταια. Ήταν βέβαιη πως εκεί ήταν χαραγμένο κάτι που θα της χρησίμευε πολύ. Για καλή της τύχη οι χαρακιές πάνω στο οπισθόφυλλο ήταν αρκετά έντονες. Πήρε από το συρτάρι του γραφείου της μια λευκή κιμωλία και άρχισε να την τρίβει κατά μήκος της μαύρης επιφάνειας. Η σκόνη της κιμωλίας κάλυψε όλο το οπισθόφυλλο εκτός από τα χαραγμένα σημεία και αυτά που ήταν γραμμένα σχεδόν αποκαλύφθηκαν. Η Ελπίδα έφερε κοντά της το βιβλίο και προσπαθούσε να διαβάσει ένα-ένα τα γράμματα.

«Όταν το δεις, πήγαινε και ψάξε στο σπίτι της γιαγιάς σου στο Ρέθυμνο».


Η Ελπίδα τα είχε χαμένα. Η γιαγιά της, η μητέρα της μητέρας της καταγόταν από το Ρέθυμνο. Αυτό ήξερε δηλαδή. Εκεί περνούσε όλα τα καλοκαίρια της. Μήπως όλο αυτό ήταν μια σύμπτωση; Και αν δεν ήταν; Δεν το σκέφτηκε σχεδόν καθόλου. Η υπόθεση αυτή της είχε κινήσει πάρα πολύ την περιέργεια. Θα έλεγε κανείς πως το ενδιαφέρον της δεν ήταν πλέον λόγο της αστυνομικής της ιδιότητας, αλλά ήθελε πολύ να δει που θα βγει όλο αυτό. Κάτι καινούριο ανοιγόταν μπροστά της. Δεν ήταν συνηθισμένη να βαδίζει σε τέτοια μονοπάτια, μα ήθελε πολύ να δει που θα κατέληγε αυτός ο δρόμος.
Η κακοκαιρία που έπληττε την χώρα και κυρίως την βόρεια Ελλάδα είχε σαν αποτέλεσμα την ακύρωση αρκετών εναέριων δρομολογίων και έτσι δεν έμενε παρά να περιμένει την λήξη των απαγορευτικών. Μια εβδομάδα μετά, μεσημέρι πια, έχοντας αλλάξει δυο αεροπλάνα και παίρνοντας το ΚΤΕΛ από το αεροδρόμιο των Χανιών για το Ρέθυμνο βρίσκεται επιτέλους στην παλιά πόλη και στο εγκαταλελειμμένο από χρόνια σπίτι της γιαγιάς της. Το κλειδί του σπιτιού το είχε πάντα μαζί με τα δικά της, σαν ενθύμιο. Η εγκατάλειψη ήταν εμφανέστατη όχι μόνο στο εξωτερικό μα και στο εσωτερικό του σπιτιού. Μπορεί να είχαν αρκετά χρόνια να πατήσουν στο σπίτι όμως το ηλεκτρικό είχαν πολύ σωστά σκεφτεί να μην το κόψουν. Βέβαια ήταν ακόμη μέρα και το φως του ήλιου πλούσιο όπως πάντα πάνω από την μεγαλόνησο έλουζε απ’ άκρη σ’ άκρη το σπίτι. Ένα παλιό ξύλινο μπαούλο, μια ντιβανοκασέλα, ένα ντιβάνι με τις σούστες του πεταγμένες έξω και ένα πολυκαιρισμένο ξύλινο τραπέζι που το ένα του πόδι ήταν σπασμένο και στραβοπατούσε με μια τετράδα ξύλινες καρέκλες που η ψάθα τους είχε ξεφτίσει εντελώς ήταν τα μοναδικά έπιπλα που αποτελούσαν την διακόσμηση του κεντρικού δωματίου. Η κουζίνα ένα τόσο δα δωματιάκι με παλιά ξηλωμένα συρτάρια και ένα τεράστιο τζάκι στην γωνία ήταν το δεύτερο και μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού. Η τουαλέτα βρισκόταν κάτω. Έπρεπε να βγεις στην αυλή να κατέβεις 12 σκαλοπάτια  όπου έμπαινες σε ένα δωμάτιο που χωριζόταν σε δυο μικρότερα. Χάζεψε για λίγο τον χώρο γύρω της. Πολλές αναμνήσεις από τα καλοκαίρια της εδώ ήρθαν στο νου της. Και η γιαγιά της. Ποιο μυστικό να έκρυβε τελικά; Θυμήθηκε τον λόγο για τον οποίο κατέβηκε ως εδώ. Ξεκίνησε να ψάχνει μέσα στο σπίτι, σε κάθε γωνιά. Άνοιξε συρτάρια, σκάλισε ντουλάπια. Τίποτα. Άνοιξε τη  ντιβανοκασέλα. Άδεια. Σειρά είχε το ξύλινο μπαούλο. Θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς της: «Τα μπαούλα κρύβουν πράγματα που δεν φαντάζεσαι ότι θα βρεις μέσα τους». Τότε ήταν μικρή και δεν καταλάβαινε γιατί της το έλεγε. Τώρα όμως η φράση αυτή έχει πλήρες νόημα. Άνοιξε το μπαούλο. Από μέσα του ακόμα και μετά από τόσα χρόνια αναδύθηκε η μυρωδιά της ναφθαλίνης. Ήταν γεμάτο ως απάνω με μάλλινες κουβέρτες, βελέντζες και ένα σάλι της γιαγιάς της. Άρχισε να τα βγάζει ένα-ένα. Έβγαζε και έβγαζε. Μα πόσα είχε μέσα; Σαν να μην έχει πάτο αυτό το μπαούλο, σκέφτηκε. Τελικά φτάνοντας στον πάτο του βρήκε ένα παλιό σημειωματάριο. Το πήρε στα χέρια της. Το ξεφύλλισε. Έμοιαζε με ημερολόγιο. Είχε αρκετές σελίδες. Άρχισε να διαβάζει και κατάλαβε πως ήταν της γιαγιάς της. Η αφήγηση ξεκινούσε πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν η γιαγιά της ήταν περίπου 17 ετών. Μέσα από της σελίδες του έμαθε για την πραγματική καταγωγή της γιαγιάς της, που ήταν ένα μικρό χωριουδάκι της βόρειας Ελλάδας… η Σκαλωτή Δράμας! Μιλούσε για την ζωή εκεί ώσπου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους όταν χάθηκαν και τα δύο αγόρια της οικογένειας με διαφορά δύο χρόνια ο ένας από τον άλλον. Όσα διάβαζε της φαινόντουσαν απίστευτα. Όλα όσα ήταν γραμμένα στο σημειωματάριο ταίριαζαν απόλυτα με αυτά που ήταν γραμμένα στο βιβλίο που είχε βρει στην βιβλιοθήκη. Συνέχισε την ανάγνωση και βρέθηκε μπροστά σε νέες αποκαλύψεις, στοιχεία που δεν υπήρχαν εκεί. Μερικοί στίχοι είναι γραμμένοι. Σαν να περιγράφουν κάτι που θα συμβεί. Θυμήθηκε την κουβέντα του φίλου της του Αλέξανδρου για την επέτειο που πλησιάζει σε λίγες ημέρες. Φέτος συμπληρώνονται εκατόν είκοσι χρόνια από την ημέρα του θανάτου της σύμφωνα με το σημειωματάριο της γιαγιάς.

  «Όταν ο άνεμος θα πάψει
και η βροχή θα κοπάσει
όταν ο ουρανός θα λάμψει
την μέρα εκείνη
πριν η τελευταία αχτίδα φωτός σβήσει
οι επιθυμίες μου θα γίνουν
και η ψυχή και η καρδιά μου
θα βρουν γαλήνη.
Στη λήθη ποτέ δεν θα βρεθώ
πάντα θα ζω και θα περνώ.
Σε σώμα νέο θα μπω
στο δάσος αυτό
για πάντα θα κατοικώ.
Τους λαβωμένους από έρωτα θα καλώ
φτερά θα τους δίνω να πετούν
από χέρι αγάπης να μη χαθούν.
Η κόρη εκείνη
που πάνω στη μέρα αυτή
αντίκρυσε πρώτη φορά τον κόσμο
συνέχειά μου θα γίνει
στις πλάτες της το βάρος
της ανεκπλήρωτης αγάπης θα καταλαγιάζει.
Αίμα απ’ το αίμα
απ’ τ’ ασκέρι εκείνο που ξεκληρίστηκε,
που ξεριζώθηκε κυνηγημένο απ’ την κατάρα και το θανατικό.
Πάνω στην τρίτη δεκαετία της ζωής της
το τυχερό της θα φταστεί».




Η επόμενη και τελευταία φορά που η γιαγιά της έγραψε πάνω στο σημειωματάριο, ήταν την ημέρα της γέννησης της Ελπίδας.


«Η μέρα ήρθε. Η γέννησή σου χαρά έπρεπε να μου φέρει. Όμως εγώ από τώρα πενθώ για την μοίρα σου που έχει γραφτεί….»

Η Ελπίδα στεκόταν αποσβολωμένη από αυτά που είχε μόλις διαβάσει. Ημερομηνία που να επιβεβαιώνει την ημέρα εκείνη δεν υπήρχε πουθενά γραμμένη, ούτε στο σημειωματάριο ούτε στο βιβλίο. Τον Αλέξανδρο δεν τον ρώτησε ποτέ για την ημερομηνία, καθώς μέχρι τώρα όλα αυτά της φαινόντουσαν ανόητα. Από τώρα όλα αλλάζουν. Είναι σίγουρη πως η επέτειος είναι πάνω στη μέρα των γενεθλίων της, τα οποία είναι σε μόλις δύο ημέρες. Είναι βέβαιη πως οι στίχοι μιλούν για την ίδια. Πλέον όλα δένουν μεταξύ τους. Η μετάθεση, το σπίτι, το όνειρο, αυτά που βίωσε στο σπίτι εκείνη τη νύχτα, τα λόγια της γιαγιάς της και όσα της έλεγε χρόνια τώρα και της φαίνονταν ακαταλαβίστικα, παράλογα. Δεν μπορούσε να το διαχειριστεί όλο αυτό. Δεν ήξερε τι να κάνει. Θα γυρνούσε πίσω στο σπίτι της. Τι θα έκανε όμως; Τι έπρεπε να περιμένει; Μήπως παραλογιζόταν; Άρχισε να αμφισβητεί τον εαυτό της. Πού πήγε η Ελπίδα που σκεφτόταν πάντα λογικά; Το τελευταίο διάστημα έχει μπει σε ένα δρόμο που όσο πιο πολύ προσχωρούσε πάνω του, τόσο πιο σκοτεινός και περίπλοκος γινόταν.
Η επόμενη μέρα την βρήκε από νωρίς στο γραφείο της. Από το μυαλό της δεν έφευγε στιγμή η σκέψη ότι αύριο είναι τα γενέθλιά της, μια μέρα που ποτέ ως τώρα δεν μετρούσε περισσότερο από όσο μετρούσε η ημέρα των γενεθλίων για τον καθένα μας. Κάποια γεγονότα των τελευταίων ημερών, μια διάρρηξη στο Σιδηρόνερο, μια αγωγή για εξύβριση ήταν θέματα που έπρεπε να διευθετηθούν. Αργά το απόγευμα γύρισε στο σπίτι της. Ο τετράποδος φίλος της ο Ρούλης (από το Τυχερούλης, μιας και ήταν τόσο τυχερός και γλύτωσε από τις ρόδες ενός διερχόμενου αυτοκινήτου και η Ελπίδα τον λυπήθηκε έτσι ανήμπορο που τον είδε και τον κράτησε για συντροφιά) μόλις αισθάνθηκε την παρουσία έτρεξε γρήγορα και στάθηκε πίσω από την πόρτα με το λουρί του να κρέμεται από το στόμα του και την ουρά του να κοντεύει να ξεριζωθεί από το κούνημα. Η Ελπίδα χαμογέλασε με τη σκηνή που διαδραματιζόταν για άλλη μια φορά κατά την επιστροφή της στο σπίτι και τον σήκωσε στα χέρια της.
«Μικρέ μου φίλε, σήμερα δεν θα πάμε βόλτα. Πήγαινε εσύ έξω να κάνεις τη δουλειά σου…», του είπε και η χνουδωτή μπαλίτσα κατσούφιασε σαν να κατάλαβε τα λόγια της.
Του άνοιξε την πόρτα και εκείνο αμέσως έτρεξε έξω. Η Ελπίδα έπεσε βαριά στον καναπέ. Μετά βίας είχαν περάσει τρία λεπτά όταν στην εξώπορτα άκουσε λυγμούς. Ήταν ο Ρούλης. Η Ελπίδα πετάχτηκε πάνω και έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Φουριόζος μπήκε μέσα και άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, να τινάζεται και να έχει σπασμούς, να βγάζει κραυγές, ώσπου κατέρρευσε στο πάτωμα. Η Ελπίδα δεν πίστευε στα μάτια της. Σηκώθηκε να βγει έξω μα ένα ξαφνικό, σταθερό, τριπλό χτύπημα στην πόρτα, την έκανε να παγώσει στη θέση της. Ακροπατώντας έφτασε στην κουζίνα και άρπαξε ένα κοφτερό μαχαίρι. Ακούμπησε την πλάτη της στην εξώπορτα και προσπάθησε να αφουγκραστεί. Γύρισε προς την πόρτα και αργά σήκωσε το καπάκι από το ματάκι της πόρτας. Απέξω στεκόταν ο Αλέξανδρος. Παρά το τσουχτερό κρύο εκείνος δεν φορούσε σκούφο, ούτε κασκόλ ούτε καν παλτό ή μπουφάν. Δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει το κρύο που επικρατούσε. Είχε ένα χαμόγελο απροσδιόριστο, συνεχόμενο όπως ένα παιδί που αρχίζει να αποκοιμιέται. Και ένα κενό, παγωμένο βλέμμα. Κοιτούσε σταθερά και ευθεία σαν να μπορούσε να τη δει μέσα από το ματάκι. Αυτό το βλέμμα…είναι ό,τι πιο ανατριχιαστικό είχε δει ποτέ σε ανθρώπινο πλάσμα. Χτύπησε ξανά την πόρτα. Η Ελπίδα παρέμεινε ακούνητη στη θέση της. Εκείνος συνέχισε να χαμογελάει.
«Λυπάμαι πολύ που δεν μου ανοίγεις». Παύση. «Αλλά θα καταλάβεις γρήγορα…πολύ γρήγορα…». Παύση. «Αντίο. Πρέπει να πάω στο δάσος τώρα». Το αίμα της πάγωσε στο άκουσμα της απαλής, αθώας φωνής του. Άκουγε τα βήματά του να απομακρύνονται αργά και σταθερά. Άφησε την αναπνοή της να βγει επιτέλους ελεύθερη, ύστερα από τόση ώρα.
Οι επόμενες ώρες πέρασαν με την Ελπίδα να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Συνεχώς ερχόταν μπροστά της η εικόνα του Αλέξανδρου. Το χαμένο βλέμμα του, η παγωμένη όψη του. Δώδεκα ακριβώς. Η μέρα άλλαζε και εκείνη βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι της ξάγρυπνη. Τα πράγματα από μέρα σε μέρα γινόντουσαν όλο και πιο παράξενα. Ή μήπως καλύτερα πιο τρομακτικά; Κάποια στιγμή η κούραση της ημέρας την ανάγκασε να αποκοιμηθεί. Μέσα στον ύπνο της άκουγε τη βρύση να τρέχει. Ξύπνησε και άκουγε ακόμα τη ροή. Σηκώθηκε και έτρεξε στην κουζίνα. Η βρύση ήταν κλειστή. Κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ούτε εκεί κάποια βρύση έτρεχε. Κι όμως άκουγε το νερό να τρέχει. Την έλουσε κρύος ιδρώτας στην σκέψη ότι όλα όσα έλεγε ο Αλέξανδρος σχετικά με την παραμονή της επετείου, είναι τελικά αλήθεια. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αυλή. Ο μανιασμένος αέρας που φυσούσε μέχρι πριν λίγες ώρες είχε κοπάσει όπως και η βροχή. Μόνο το τρεχούμενο νερό ακουγόταν και έδινε στο σκηνικό μια απόκοσμη αίσθηση. Κοίταξε αργά προς τις τριανταφυλλιές. Ήταν ολάνθιστες. Πριν προλάβει να αντιδράσει, ο ουρανός φωτίστηκε στιγμιαία. Ένα κοράκι εμφανίστηκε από το πουθενά και κατευθύνθηκε καταπάνω της.  Σήκωσε το χέρι της να προστατευτεί, όμως εκείνο κάθισε πάνω του. Το κοιτούσε χωρίς να μιλά. Κάρφωσε το βλέμμα της στο δάσος.
«Ώρα να πηγαίνω…», είπε σιγά και βγήκε από την αυλή. 
                   




Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ (Μέρος Β΄)


        Οι τρεις άντρες προχώρησαν διστακτικά στο εσωτερικό του γραφείου, μιας που γνώριζαν καλά τις απόψεις της νεαρής αστυνομικού για το θέμα του Καρά Ντερέ και των μυστηριωδών εξαφανίσεών του. Η Ελπίδα τους περίμενε όρθια πίσω από το ταλαιπωρημένο από τα χρόνια γραφείο από καρυδιά, με τα χέρια της διπλωμένα μπροστά στο στήθος της. Τους περιεργάστηκε έναν-έναν καθώς έπαιρναν θέση μπροστά της, με κατεβασμένα τα κεφάλια σαν άλλα σχολιαρόπαιδα του δημοτικού που πιάστηκαν να κάνουν αταξία και περίμεναν την επίπληξη από την δασκάλα τους.
«Καλώς τα γενναία παλικάρια!», αναφώνησε με τη χροιά της φωνής της να χρωματίζεται με μπόλικη ειρωνεία που δεν προσπάθησε καθόλου να κρύψει.
«Καλημέρα σας», ακούστηκε ένα μπερδεμένο μουρμουρητό από τα στόματα και των τριών τους.
«Οι συστάσεις είναι περιττές θα έλεγα. Οπότε θα μπούμε κατευθείαν στον θέμα για να μην χάσουμε και άλλο πολύτιμο χρόνο». Προχώρησε προς την πόρτα βιαστικά.
«Έλα μέσα», διέταξε τον υφιστάμενό της. Εκείνος δεν έχασε καθόλου χρόνο. Με την Ελπίδα για ανώτερη, η αργοπορία είναι κάτι που πρέπει να σκεφτείς πολύ καλά αν δεν θες να βρεις τον μπελά σου. «Κάτσε και θα κρατάς τα πρακτικά. Και κοίτα να μην χάσεις ούτε λέξη από αυτά που θα σου που οι κύριοι από δω».
Ο νεαρός αστυνομικός αρκέστηκε στο να κουνήσει δυο φορές καταφατικά το κεφάλι του. Η Ελπίδα γύρισε στο γραφείο της και απευθύνθηκε αμέσως στους τρεις μάρτυρες της χθεσινοβραδινής εξαφάνισης.
«Λοιπόν, ποιος θα μου πει τι συνέβη εχτές το βράδυ;»
Ακολούθησε σιωπή.
«Κανείς;», ρώτησε απλώνοντας τα χέρια της με τις παλάμες προς τα πάνω.
Οι τρεις άντρες κοιτάχτηκαν σαν να συμφωνούσαν για κάτι.
«Εγώ», ακούστηκε δειλά η φωνή του ενός.
«Σ’ ακούω», του απάντησε κοφτά.
«Εχτές το  βράδυ είχαμε βγει οι τρεις μας στη Δράμα. Γύρω στη 01:30 είχαμε επιστρέψει στο χωριό και καθόμασταν στην πλατεία για να πούμε δύο τελευταίες κουβέντες και να το διαλύσουμε. Είχε πολλή ησυχία γύρω, όταν ακούσαμε βήματα, αλλά ήταν σκοτεινά και ακουγόντουσαν από μακριά για να δούμε ποιος ήταν. Όταν τα βήματα ακούγονταν πλέον πολύ κοντά, είδαμε πως ήταν ο Μιχάλης. Μας προσπέρασε χωρίς να μας μιλήσει και αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση αφού κουβεντιάζαμε, οπότε ήταν αδύνατον να μην μας είχε ακούσει…»
Η Ελπίδα άκουγε προσεκτικά χωρίς να διακόπτει. Προσπαθούσε πάντα να καταλάβει την ψυχολογική κατάσταση του ομιλητή και να βγάζει τα συμπεράσματά της στο τέλος.
«Ο Δημήτρης», συνέχισε δείχνοντας τον νεαρό φίλο του, «που στεκόταν δίπλα μου, του φώναξε. Δεν πήρε απάντηση. Ο Μιχάλης συνέχισε να προχωράει σαν να μην τον είχε ακούσει. Κοιταχτήκαμε παραξενεμένοι. Εεε, Μιχάλη! του είπαμε μαζί. Τίποτα. Να δεις που το κάνει επίτηδες, λέει ο Σώτος».
Η Ελπίδα κοίταξε τον τρίτο της παρέας χωρίς να πει κάτι. Ο νεαρός επιβεβαίωσε με ένα νεύμα τα λεγόμενα του πρώτου.
«Αμέσως τον ακολουθήσαμε θεωρώντας ότι όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Κρατήσαμε μια ασφαλή απόσταση από εκείνον για να δούμε μέχρι που σκόπευε να φτάσει την πλάκα. Το βήμα του ήταν αργό και σταθερό. Προσπέρασε το σπίτι σας και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του δάσους».
Η Ελπίδα τότε σηκώθηκε από το γραφείο της και τους πλησίασε, αφού η αφήγηση είχε φτάσει στο σημείο που περίμενε τόση ώρα υπομονετικά. Κοίταξε τον νεαρό σταθερά μέσα στα μάτια. Δεν τον διέκοψε, όμως ο εκείνος σταμάτησε. Σήκωσε τα φρύδια της σαν να ρωτούσε «Και; Γιατί σταμάτησες;», κάνοντας τον να καταλάβει ότι έπρεπε οπωσδήποτε να συνεχίσει.
«Σταμάτησε μπροστά στην είσοδο. Γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω. Η απόστασή μας από εκείνον ήταν μικρή πλέον και έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε καθαρά το πρόσωπό του. Κοιτούσε προς το μέρος μας και φανταστήκαμε ότι μας είχε αντιληφθεί, οπότε βγήκαμε πίσω από τα δέντρα όπου ήμασταν κρυμμένοι.  Χαμογελούσε πλατιά και μας κοιτούσε με σταθερό βλέμμα. Του μιλήσαμε ξανά. Δεν πήραμε καμιά απάντηση για ακόμη μια φορά. Γύρισε απότομα προς το δάσος και με κραυγές που σίγουρα άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βγάλει, χάθηκε στο σκοτάδι».
«Και μετά;», μίλησε για πρώτη φορά μετά από τόση ώρα που παρέμενε σιωπηλή.
Ο νεαρός κατέβασε το πρόσωπο του που είχε κοκκινίσει με την ερώτησή της και παρέμεινε σιωπηλός.
Η Ελπίδα κρέμασε τους ώμους της από απογοήτευση. 
«Φφφ... Κατάλαβα… το βάλατε στα πόδια… », ξεφύσησε αγανακτισμένη και γύρισε να καθίσει στην πολυκαιρισμένη καρέκλα του γραφείου της. Έτριψε με τα χέρια το πρόσωπό της. 
«Υπογράψτε όσα είπατε και μπορείτε να πηγαίνετε», είπε απλά. 
Υπάκουσαν και οι τρεις και χωρίς να προσθέσουν κάτι βγήκαν από το αστυνομικό τμήμα. Γύρισε προς τον συνάδελφό της. «Τα πιστεύεις και εσύ όλα αυτά;», τον ρώτησε αν και ήταν σχεδόν βέβαιη για την απάντηση που θα έπαιρνε. Ο νεαρός δεν απάντησε. Η Ελπίδα κατάλαβε. «Πες μου σε παρακαλώ, καθώς εκτός από το περιστατικό αυτό και άλλο ένα πριν τρία χρόνια όπου υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας και που έδωσε κατάθεση στον συνάδελφο που πήρα την θέση του, δεν υπάρχει άλλο με μάρτυρα, πού μπορώ να βρω πληροφορίες για το θέμα αυτό; Οτιδήποτε τέλος πάντων έχει καταγραφεί! Ακόμα και αν ξεπερνάει τα όρια της λογικής! Υπάρχει κάτι;».
«Υπάρχει», της απάντησε μονολεκτικά.
        Η Ελπίδα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η σκέψη της θα βάδιζε ποτέ σε τέτοια μονοπάτια. Είχε πάντα ως γνώμονά της την λογική. Πίσω από κάθε εξαφάνιση, κρυβόταν πάντα μια λογική εξήγηση. Δεν το διαπραγματευόταν ποτέ αυτό, γι αυτό και πάντα ήταν αποτελεσματική στη δουλειά της. Οδηγούσε αργά στον κακοτράχαλο και σκεπασμένο από χιόνι δρόμο που συνέδεε το Σιδηρόνερο με τη Σκαλωτή. Χρειαζόταν ξεκούραση και ηρεμία για να κάτσει να σκεφτεί αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Το απόγευμα θα πήγαινε στην παλιά λέσχη αξιωματικών στην οποία πλέον φιλοξενούνταν και μια βιβλιοθήκη. Εκεί θα έβρισκε το υλικό στο οποίο αναφερόταν ο συνάδελφός της.
       Οι ώρες πέρασαν γοργά και η Ελπίδα βρέθηκε στο κατώφλι της ανακαινισμένης, παλιάς λέσχης αξιωματικών. Στον μικρό διάδρομο υποδοχής βρισκόταν ένα εξίσου μικρό γραφείο που εκείνη τη στιγμή ήταν άδειο. Αμέσως όμως άνοιξε μια πόρτα στα δεξιά. Η μικροκαμωμένη νεαρή υπάλληλος που εμφανίστηκε, την καλησπέρισε ευγενικά. Η Ελπίδα χωρίς να χάσει λεπτό, ρώτησε που βρίσκεται η αίθουσα της βιβλιοθήκης. Η νεαρή αφού της έδωσε οδηγίες, της χορήγησε μια κάρτα εισόδου για να μπορέσει να περάσει από τον υπεύθυνο της βιβλιοθήκης. Ανέβηκε τη στριφτή, μαρμάρινη σκάλα, φτάνοντας στον πρώτο όροφο. Στο τέλος του διαδρόμου βρισκόταν η βιβλιοθήκη. Ο υπεύθυνος που την αναγνώρισε, την καλησπέρισε και για τα τυπικά της ζήτησε να του δείξει την κάρτα εισόδου. Η Ελπίδα μαθημένη σε τέτοιες τυπικές διαδικασίες, την έδειξε αμέσως, με τον υπεύθυνο να της τείνει το χέρι να περάσει. 


                                               Συνεχίζεται...

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ (Μέρος Α').

         







              «Είσαι η μόνη που δεν έχεις οικογένεια, Ελπίδα». Αυτή η φράση γυρνούσε ξανά και ξανά στο μυαλό της από την ώρα που ο ανώτερός της, της ανακοίνωσε την μετάθεσή της στο αστυνομικό τμήμα του Σιδηρόνερου Δράμας. Έσβησε το μισοτελειωμένο της τσιγάρο και άνοιξε τον χάρτη να δει που ακριβώς βρισκόταν αυτό το μέρος.
«Κοντά στα σύνορα με την Βουλγαρία… εξαιρετικά…», μονολόγησε απρόθυμα. Γέννημα θρέμμα Πειραιώτισσα πώς θα άντεχε να μην βλέπει θάλασσα. Απέμεναν μόλις 48 ώρες για να μαζέψει τα τελευταία πράγματά της.
                                                               
                                                                    ***
          Ο ρυθμικός ήχος του τρένου την είχε νανουρίσει για τα καλά και ούτε που κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες ταξιδιού. Ξύπνησε λίγο πριν φτάσει στον προορισμό της. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε έκπληκτη έξω από το παράθυρο το τοπίο που απλωνόταν μπροστά της. Ανακάθισε στην θέση της. Τελικά και η ορεινή Ελλάδα έχει τις ομορφιές της, φάνηκε να σκέφτεται, αν και κατά βάθος θα προτιμούσε να μην το ζούσε όλο αυτό.
          Οι πόρτες του βαγονιού άνοιξαν και μια ψυχρή ριπή ανέμου την καλωσόρισε, κάνοντάς της ξεκάθαρο ότι ο χειμώνας εδώ δεν παίζει παιχνίδια. Πάγωσε τόσο το πρόσωπό της που δεν μπόρεσε να κάνει ούτε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και έτσι περιορίστηκε στις δυσάρεστες σκέψεις της. Περπατώντας προς της είσοδο του σταθμού, οι παχιές και αφράτες νιφάδες χιονιού που στροβιλίζονταν με μανία από τον δυνατό αέρα πρόλαβαν  να καλύψουν τα κατάμαυρα μαλλιά της, να χωθούν ανάμεσα στις βλεφαρίδες της. Στις πληροφορίες την ενημέρωσαν πως το επόμενο λεωφορείο για Σκαλωτή, το χωριό όπου νοίκιασε το σπίτι στο οποίο θα ζούσε όσο κρατούσε η θητεία της εκεί, θα περνούσε σε δύο ώρες, οπότε κάλεσε ένα ταξί για να εξυπηρετηθεί πιο άμεσα.
           Το χωριό ήταν ορεινό, περιτριγυρισμένο από πυκνά δάση που τώρα το χειμώνα ήταν κατάλευκα από το χιόνι. Ένα ποταμάκι συμπλήρωνε τον φυσικό πλούτο του και ήταν ιδανικό γι’ αυτούς που αγαπούν την φύση. Μια εκκλησία, ένα μικρό καφενείο που δούλευε και σαν μπακάλικο παρέχοντας τα πολύ-πολύ βασικά, μια κακοδιατηρημένη παιδική χαρά, το νεκροταφείο, το παλιό σχολείο και η παλιά λέσχη αξιωματικών ήταν τα βασικά κτήρια του χωριού.  Το σπίτι ήταν μετρίων διαστάσεων, αλλά φτιαγμένο ευτυχώς με πολύ γούστο.  Ήταν στην άκρη ενός μεγάλου δάσους, του Καρά Ντερέ, που αργότερα έμαθε ότι το ονομάζουν «Το καταραμένο δάσος», μιας που όποιος προσπάθησε να το εξερευνήσει, δεν βρήκε ποτέ ξανά την έξοδο από αυτό. Άλλοι πάλι, που πιστεύουν σ’ αυτές τις ιστορίες τις μεταφυσικές, λένε πως εκεί ζει χιλιάδες χρόνια μια οντότητα, μια νεράιδα, αλλά όχι από αυτές που διαβάζουμε στα παραμύθια, αλλά μια άλλη πιο σκοτεινή.
          «Αηδίες», απάντησε όταν της αράδιασαν ένα σωρό ιστορίες ο Αλέξανδρος και οι Μερόπη, οι δυο φίλοι που κατάφερε να κάνει από τη στιγμή που ήρθε σε αυτόν τον τόπο. Οι υπόλοιποι την απέφευγαν χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον λόγο.
«Είναι επειδή ζεις σε αυτό το σπίτι», της είπαν και οι δυο ταυτόχρονα και ψιθυριστά.
«Μα τι μου λέτε τώρα ρε παιδιά; Καταραμένο δάσος, νεράιδες και κουραφέξαλα. Αυτά είναι ιστορίες για μικρά παιδιά και για αλαφροΐσκιωτους. Εγώ είμαι αστυνομικός. Για κάθε εξαφάνιση υπάρχει και μια λογική εξήγηση. Και τώρα τι μου λέτε εσείς…»
«Κι όμως», της εξήγησε ο Αλέξανδρος, «το σπίτι στο οποίο μένεις, είναι χρόνια ακατοίκητο, από όταν…». Κόμπιασε. «Θυμάσαι Μερόπη;» Η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, χωρίς να βγάλει λέξη.
«Καλά, άσε, Αλέξανδρε, μου λες μια άλλη φορά. Αρκετά άκουσα για απόψε και δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ», είπε η Ελπίδα μη μπορώντας να συγκρατήσει τα γέλια της.
          Την επόμενη μέρα και ενώ έπινε τον καφέ της στο γραφείο, της ήρθε στο μυαλό το παράξενο όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Περπατούσε λέει μέσα στο Καρά Ντερέ, όταν άκουσε έναν ήχο, τόσο απαλό που παρόλο που δεν φυσούσε καθόλου και στο δάσος είχε απλωθεί μια απόκοσμη σιωπή μόλις και μετά βίας ακουγόταν. Συνέχισε το περπάτημα προσπαθώντας να μαντέψει τι ήταν. Κάτι σαν κελάιδισμα, αλλά δεν ήταν και σίγουρη. Καθώς περπατούσε μέσα στο δάσος, γινόταν όλο και πιο καθαρός μέχρι που κατάλαβε πως ήταν μελωδία από… ένα πιάνο! Κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Τι δουλειά μπορεί να έχει ένα πιάνο στη μέση του δάσους; Και ποιος παίζει; Η περιέργειά της μεγάλωσε για τα καλά και συνέχισε να βαδίζει προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο παράξενος αυτός ήχος. Ήταν ένα πολύ αργό και λυπητερό κομμάτι. Μπορούσε πλέον να το ακούσει καθαρά όταν ξαφνικά διακόπηκε. Χωμένη μέσα στα δέντρα, με έκπληκτα μάτια μπόρεσε να διακρίνει ένα γυαλιστερό, μαύρο πιάνο και το κάθισμά του. Φαινόταν ολοκαίνουριο. Κοίταξε γύρω μα δεν υπήρχε κανείς. Ούτε αποτυπώματα ποδιών να απομακρύνονται. Τίποτα. Το μόνο ζωντανό πλάσμα που μπορούσε να δει, ήταν ένα κατάμαυρο κοράκι καθισμένο πάνω στο πιάνο να την κοιτάζει επίμονα με τα ολοστρόγγυλα σαν μαύρες γυαλιστερές χάντρες μάτια του. Και εκεί ήταν που ξύπνησε. Η μόνη λογική εξήγηση που έδωσε στον εαυτό της ήταν ότι απλά επηρεάστηκε από  τις ανόητες ιστορίες του Αλέξανδρου. Δεν έδωσε συνέχεια στα παιχνίδια του υποσυνείδητου της και συνέχισε την δουλειά της.
          Την ησυχία του γραφείου της τάραξε η ξαφνική έφοδος του συναδέλφου της οποίος μπήκε μέσα φουριόζος και με κομμένη την ανάσα μπόρεσε μόνο να πει «Έχουμε νέα εξαφάνιση». Η Ελπίδα τινάχτηκε από την καρέκλα της. Το διάστημα που ήταν εκεί δεν είχε συμβεί καμία εξαφάνιση. Αμέσως ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες.
« Χτες το βράδυ, γύρω στη 01:30 μια παρέα τριών ανδρών είδε τον Μιχάλη, τον γιο της μανάβισσας να προχωράει προς…» είπε ο νεαρός αστυνομικός και σταμάτησε.
«Γιατί σταμάτησες;», τον ρώτησε η Ελπίδα.
«…προς το καταραμένο δάσος», απάντησε εκείνος μαζεμένα, ξέροντας τις απόψεις της ανωτέρου του.
Του έκανε νόημα με το κεφάλι της να συνεχίσει, χωρίς να σχολιάσει το παραμικρό.
«Του φώναξαν πολλές φορές, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Ούτε καν στάθηκε. Προχώρησε και μπήκε μέσα στο δάσος σαν να μην τους είχε ακούσει καν».
«Και γιατί δεν τον κυνήγησαν; Γιατί δεν προσπάθησαν να τον σταματήσουν;», ρώτησε η Ελπίδα προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία της.
 Ο νεαρός αστυνομικός έσκυψε το κεφάλι δίχως να απαντήσει.
«Ε, όχι! Δεν είναι δυνατόν! Πάλι τα ίδια; Πάλι οι ίδιες ανόητες δεισιδαιμονίες!», ξέσπασε με οργή χτυπώντας και τα δυο της χέρια στο γραφείο κάνοντας τον καφέ της να αναπηδήσει και να χυθεί στο γραφείο της.
«Ξέρετε...», προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο νεαρός αστυνομικός.
«Όχι, δεν ξέρω! Πάψε! Δεν θέλω να ακούσω τίποτε άλλο! Έχετε ένα σωρό εξαφανίσεις και αντί να ανοίξετε το θέμα, να ψάξετε και να βρεθεί επιτέλους μια λύση σε αυτό το μυστήριο, εσείς ρίχνετε την ευθύνη στο κακό πνεύμα του δάσους! Πώς είναι δυνατόν;».
          Οι φλέβες στο λαιμό της ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Έτρεμε από την οργή της. Τέντωσε με νευρικότητα τη στολή της και έκατσε στο γραφείο με τα χέρια της πλεγμένα μπροστά στο πρόσωπό της.
«Και αυτοί οι τρεις πού είναι τώρα; Γιατί δεν ενημέρωσαν; Ή μάλλον άσε μη μου πεις. Κατάλαβα», συνέχισε στον ίδιο τόνο.
« Τους έχω έξω και περιμένουν. Η μανάβισσα έτρεξε ουρλιάζοντας για βοήθεια στο καφενείο. Μόλις είχε ανακαλύψει ότι ο γιος της δεν είχε κοιμηθεί στο σπίτι τους το βράδυ. Περνούσα απέξω. Άκουσα τις φωνές και μπήκα μέσα. Ρώτησα τι συμβαίνει και αν γνωρίζει κάποιος κάτι. Έναν από τους τρεις σηκώθηκε και μου είπε για το περιστατικό. Θεώρησα καλό να τους φέρω να μιλήσετε μαζί τους».
Η Ελπίδα ξεφύσησε έντονα.
«Φερ' τους εδώ. Και εσύ να μείνεις απέξω. Ίσως σε χρειαστώ», του απάντησε κοφτά.
Ο νεαρός αστυνομικός υπάκουσε και χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο βγήκε από το γραφείο της μπαίνοντας μετά από λίγο μαζί με τους τρεις μάρτυρες του χτεσινού γεγονότος.


                                              Συνεχίζεται...

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

32



          6 του Οκτώβρη. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα αναλογίζομαι την ύπαρξή μου. Είναι η μέρα που ήρθα σ' αυτόν τον κόσμο. Η χαρά που έδωσα. Η χαρά που δίνω. Άλλος ένας αριθμός. Άλλη μια μέρα, άλλη μια γενέθλια ημέρα.Μια γευστική τούρτα όμορφα διακοσμημένη. Μικρές φλογίτσες σιγοκαίνε στις κορφές των μικρών λευκών κεριών που είναι διασκορπισμένα πάνω της. Γύρω μου οι φίλοι να τραγουδάνε το γνωστό τραγούδι. Το ξέρουμε όλοι απ' έξω και ανακατωτά. Τους κοιτάζω. Χαμογελάω. Το τραγούδι φτάνει στο τέλος του. Κλείνω τα μάτια. Παίρνω βαθιά ανάσα. 
                                   « Όλα!», ξεφωνίζουν ενθουσιασμένοι οι φίλοι μου.
Κάνω μια ευχή μέσα από τα βάθη της ψυχής μου. Τρεις λέξεις. Κάθε χρόνο τις ίδιες. Χρόνια τώρα. Ώσπου να πραγματοποιηθεί.
                                                           «Να γίνω ευτυχισμένη».
Μήπως έγινα; Πρέπει να αλλάξω ευχή; Όχι. Και φέτος την ίδια θα κάνω. Την ευτυχία την κατακτάς μόλις διασχίσεις ένα ατελείωτο μονοπάτι. Φυσώ δυνατά. Τα κεριά σβήνουν και αφήνουν πίσω τους ένα αμυδρό ίχνος καπνού που βγαίνει από τα μαυρισμένα φυτιλάκια τους να ανεβαίνει ώσπου χάνεται. Η ευχή μου παραμένει κρυφή και φέτος. Άλλη μια μέρα,άλλη μια γενέθλια μέρα. Είναι το γεγονός της ημέρας. Δώρα που δεν ζήτησα. Δεν ξέρω τι θέλω. Ευχετήριες κάρτες παντού. Τις ανοίγω μία-μία. Πάντα μου άρεσε αυτή η διαδικασία. Έχω πολλές. Από χρόνια. Ήμουν παιδί ακόμα.
          Μεγαλώνω. Και συνειδητοποιώ πως τα γενέθλια είναι η συμπλήρωση ενός ακόμα χρόνου με ανεκπλήρωτα όνειρα. Αλήθεια πόσο χρόνο έχω ακόμη για να τα πραγματοποιήσω;
          Είμαι ένα χρόνο λιγότερο νέα απ' ότι ήμουν. Η ηλικία όμως γίνεται απλά ένας αριθμός. Γιατί η ψυχή μου παραμένει νέα. Την βλέπω στην αντανάκλαση του καθρέφτη.
                                                          Συνεχίζω να χαμογελώ.
                                              Συνεχίζω να έχω φίλους που νοιάζονται.
                                      Συνεχίζω να διασκεδάζω παρά τις καταστάσεις.
                                            Άλλη μια μέρα, άλλη μια γενέθλια ημέρα.
                                                 Ναι, ήταν όμορφη παρόλα αυτά.
                   


Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Δεύτερη ζωή δεν έχει.






 Καθισμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα στο στενό της μπαλκονάκι, απολάμβανε το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου της. Η ησυχία ήταν απλωμένη παντού. Τέλη Αυγούστου βλέπεις και οι τελευταίοι είχαν εγκαταλείψει και εκείνοι το κλεινόν άστυ, αναζητώντας ανάσες δροσιάς στις παραλίες απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα.
                Ρουφούσε αχόρταγα την κάθε τζούρα. Είναι μάλλον η αίσθηση που σου προκαλεί πάντα το τελευταίο τσιγάρο. Ίσως επειδή ξέρεις πως είναι το τελευταίο και θέλεις να το απολαύσεις. Καταραμένη συνήθεια το ρημάδι μα και η μόνη της συντροφιά τα τελευταία δεκαέξι χρόνια. Σαν σήμερα ήταν που το πρωτόβαζε στο στόμα της. Και πως να την ξεχάσει εκείνη τη μέρα; 20 Αυγούστου 2000, Κυριακή. Σε μία εβδομάδα θα στεκόταν πλάι του ντυμένη στα λευκά. Όλα ήταν έτοιμα. Είχε πάρει άδεια από τη δουλειά της και απολάμβανε τις τελευταίες μέρες της εργένικης ζωής της.
                Ήταν οκτώ και μισή το πρωί. Μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο της. Σκούπισε τους υδρατμούς που είχαν καλύψει τον καθρέπτη και κοίταξε το είδωλό της. Το μακιγιάζ της δεν είχε φύγει εντελώς κάτω από τα μάτια της και πήρε ένα κομμάτι βαμβάκι και λίγο γαλάκτωμα για να το αφαιρέσει τελείως. Την ώρα που διάλεγε κάτι ανάλαφρο να φορέσει, μιας που ο Αύγουστος δεν έλεγε να δροσίσει, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η Άσπα, η παιδική της φίλη και μέλλουσα κουμπάρα της. Ήταν συνήθειά τους χρόνια τώρα να πίνουν το καφεδάκι τους κάθε Κυριακή πρωί, εκεί στο μικρό της μπαλκόνι, χαζεύοντας μια στάλα την Ακρόπολη. Και τον χειμώνα ακόμα, και ας είχε κρύο, εκείνες δεν πτοούνταν διόλου. Φορούσαν τα μπουφάν, έφερναν και τη σόμπα και καθόντουσαν κανένα τρίωρο εκεί. Κατέβηκε τη μικρή, στριφτή σκάλα που ένωνε το πάνω με το κάτω πάτωμα του νεοκλασικού της, για να βρει την Άσπα καθισμένη στον καναπέ με σκυμμένο το κεφάλι. Ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι που δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να έχει αποτρέψει. Κάτι που θα την ακολουθούσε για την υπόλοιπη ζωή της.
                «Πες το με μια λέξη!». Η φωνή της ψυχρή, σταθερή, κοφτή.
Η Άσπα παρέμεινε σιωπηλή με το κεφάλι ακόμα κατεβασμένο. Έτρεξε καταπάνω στη φίλη της και την έπιασε σφιχτά από τα μπράτσα και την ταρακούνησε.
                «Μίλααααα… γιατί δεν μιλάς;», ούρλιαξε.
Η Άσπα σήκωσε το κεφάλι. Χιλιάδες μικροσκοπικές κόκκινες φλεβίτσες είχαν γεμίσει το λευκό των πρησμένων ματιών της. Την έπιασε ακόμα πιο σφιχτά από τα μπράτσα και την έσυρε ως την πόρτα.
                «Πήγαινε με εκεί τώρα!», τη διέταξε.
Στο αυτοκίνητο η σιωπή συνεχίστηκε. Η νύχτα. Η κούραση. Το πολύωρο ταξίδι. Η λάθος εκτίμηση. Οι κακοτεχνίες στους δρόμους. Ένας απρόσεκτος οδηγός.
                «Μην τρέχεις!», του είπε την ώρα που έκλειναν για να ξεκινήσει το ταξίδι του.
                «Δεύτερη ζωή δεν έχει! Ζήσε τη με πάθος, μωρό μου!», της απάντησε γεμάτος ζωντάνια.
                «Να προσέχεις».
Και η γραμμή έκλεισε.
                Όλα αυτά γύριζαν στο μυαλό της. Είκοσι λεπτά αργότερα περνούσαν το κατώφλι του νοσοκομείου. Η Άσπα γνώριζε που ακριβώς έπρεπε να πάνε. Η Μπέτυ βάδιζε δίπλα της μηχανικά. Οι λευκοί τοίχοι γύρω της άρχισαν να μαυρίζουν. Η όρασή της ξαφνικά θόλωσε και τα πόδια της παρέλυσαν στιγμιαία. Τίναξε το κεφάλι της αριστερά- δεξιά. Συνήλθε. Η κίνηση της αυτή έκανε την Άσπα να γυρίσει προς το μέρος της.
«Είσαι καλά; Μήπως θέλεις να σταματήσουμε για λίγο;».Η Μπέτυ δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία. Συνέχισε να περπατά μηχανικά. Ένα λεπτό αργότερα σταμάτησαν μπροστά από τη λευκή πόρτα του δωματίου 312. Η Άσπα άπλωσε το χέρι της να πιάσει το πόμολο. Το βλέμμα όμως της φίλης της την έκανε να μετανιώσει γι’ αυτή τη σκέψη και το τράβηξε αμέσως πίσω. Άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα και μπήκε πρώτη στο δωμάτιο. Οι χαρακτηριστικοί ήχοι των μηχανημάτων την έκαναν να αναριγήσει. Τον είδε. Ξαπλωμένος και ακίνητος, σκεπασμένος ως τον θώρακα με το λευκό σεντόνι. Έτρεξε κατά πάνω του χωρίς να χάσει άλλο χρόνο. Τα δάκρυά της άρχισαν αστραπιαία να κατρακυλούν στο πρόσωπό της.
                «Αλέξη… καρδιά μου», ακούστηκε πνιχτή η φωνή της μέσα από τα αναφιλητά της. «Άνοιξε τα ματάκια σου. Γιατί δεν μου μιλάς;».
Η Άσπα την έπιασε απαλά από τους ώμους.
                «Δεν πρόκειται να σου απαντήσει, καλή μου». Ένας κόμπος πήγε και στάθηκε στον λαιμό της που την εμπόδιζε να συνεχίσει. Τα χείλη της τρεμόπαιξαν. Η Μπέτυ τώρα κρέμονταν από αυτά.
                «Είναι… είναι σε κώμα, Μπέτυ», της είπε τόσο χαμηλόφωνα σαν να προσπάθησε να μην ακουστεί η φράση της.
                Η Μπέτυ πισοπάτησε. Τίναξε τον ώμο της ξεγλιστρώντας από τα χέρια της φίλης της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και από το στόμα της βγήκε μια άηχη κραυγή.
«Όχιιιι….. Δεν είναι δυνατόν….». Μόνο αυτό πρόλαβε να πει. Έπεσε αμέσως λιπόθυμη στο πάτωμα. Η Άσπα έτρεξε να πατήσει το κουδούνι δίπλα από το κρεβάτι του Αλέξη. Πετάχτηκε σαν τρελή έξω από το δωμάτιο να ζητήσει βοήθεια. Η νοσοκόμα που περνούσε εκείνη την ώρα απέξω, ούτε που κατάλαβε από που εμφανίστηκε το χέρι που την τράβηξε βίαια μέσα στο δωμάτιο.
                «Κάντε κάτι γρήγορα», φώναξε η Άσπα.
                «Ηρεμίστε. Μια απλή λιποθυμία είναι».
Την σήκωσαν μαζί και την ξάπλωσαν στο διπλανό κρεβάτι. Πέντε λεπτά αργότερα η Μπέτυ ανακτούσε τις αισθήσεις της. Πετάχτηκε αμέσως επάνω.
                «Αλέξηηη…», κραύγαζε.
Οι δύο τραυματιοφορείς που είχε καλέσει η νοσοκόμα και έμπαιναν εκείνη την ώρα μέσα στο δωμάτιο, την έπιασαν αμέσως.
                «Αφήστε με!», ούρλιαζε η Μπέτυ και τιναζόταν σαν να την χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι νεαροί άνδρες κατάφεραν να την ακινητοποιήσουν και να της κρατήσουν σταθερό το χέρι ώσπου η νοσοκόμα να της κάνει την ηρεμιστική ένεση. Η Μπέτυ έγειρε στο κρεβάτι αδύναμη και κοιμήθηκε για ώρες.
                Οι επόμενες δύο εβδομάδες την βρήκαν στο νοσοκομείο. Πλάι του. Ακοίμητος φρουρός. Το βλέμμα της στυλωμένο πάνω του συνεχώς. Περίμενε την παραμικρή κίνησή του. Έψαχνε να βρει μια στάλα ζωντάνιας πάνω του. Κοιτούσε τα δεκάδες καλώδια και σωληνάκια που κάλυπταν το κεφάλι και το σώμα του. Τα μόνα που τον ένωναν ακόμα με τη ζωή. Του μιλούσε συνεχώς, με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα πάρει απάντηση. Ή έστω μια μικρή κίνηση των δαχτύλων του ή ένα πετάρισμα των ματιών του. Δεν ήθελε να φεύγει στιγμή από κοντά του. Αρνούνταν να φάει και να κάνει μπάνιο. Μα στο τέλος την έπειθαν. Οι γιατροί μπαινόβγαιναν μέρα και νύχτα. Ποιος όμως τολμούσε να της πει την αλήθεια; Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
                Το πρωινό εκείνο ένα μήνα μετά, ξύπνησε και βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της πλάι σε εκείνο του Αλέξη. Κοίταξε αμέσως προς τα εκεί. Ήταν άδειο. Το στομάχι της σφίχτηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Έκανε να σηκωθεί. Ένα χέρι πρόλαβε και την γράπωσε. Γύρισε ξαφνιασμένη από την άλλη πλευρά. Ήταν η Άσπα που την κρατούσε. Δίπλα της μια από τις νοσοκόμες και άλλη μια γυναίκα που δεν είχε ξαναδεί. Ήταν πολύ σοβαρή και στα χέρια της κρατούσε ένα κόκκινο φάκελο. Δεν της πήρε παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβει τι είχε συμβεί. Τα λόγια που δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν οι τρεις γυναίκες, θα ήταν έτσι και αλλιώς τόσο λίγα μπροστά στα βλέμματα τους, που τα έλεγαν όλα. Λίγα λεπτά αργότερα άλλο ένα ηρεμιστικό έρεε στις φλέβες της. Η δόση τώρα άγγιζε τα μέγιστα επιτρεπτά όρια. Η κρίση ήταν ανεξέλεγκτη αυτή τη φορά.
                Τα εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν ήταν μαρτυρικά. Με τον καιρό ο πόνος έγινε βουβός. Δεν κόπασε ποτέ. Απλά παρέμεινε μέσα της σιωπηλός. Στάθηκαν όλοι πλάι της, μα τους έκανε όλους πέρα. Παράτησε τα πάντα και απομονώθηκε. Κλείστηκε στον εαυτό της. Τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ μέχρι σήμερα και έκανε εχθρό της όποιον της έλεγε πως έπρεπε να ξαναφτιάξει τη ζωή της.


                Ένιωσε τα βλέφαρά της βαριά. Έκλεισε τα μάτια. Η μορφή του σχηματίστηκε αμέσως μπροστά της. Το ήξερε ότι ονειρευόταν. Χαμογελούσε επιτέλους. Είχε χρόνια να τον δει στο όνειρό της. Κάτι προσπαθούσε να της πει, μα τα λόγια ακούγονταν μπερδεμένα. Ξαφνικά έγιναν καθαρά και κατανοητά: «Στο τρίτο ράφι, το δεύτερο βιβλίο στ’ αριστερά. Σελίδα 78.». Της έκλεισε το μάτι και εξαφανίστηκε έτσι όπως είχε εμφανιστεί. Ξύπνησε ταραγμένη που της είχε φύγει τόσο βιαστικά. Τινάχτηκε από την πολυθρόνα της. Έτρεξε στη βιβλιοθήκη. «Τρίτο ράφι, δεύτερο βιβλίο από αριστερά», μονολογούσε. Έπιασε ένα πολυκαιρισμένο βιβλίο.
                «Τα Ρω του Έρωτα», Οδυσσέας Ελύτης, γ’ έκδοση 1980.
Ήταν συλλέκτης παλιών βιβλίων. Κυρίως ποίηση. Και αυτή ήταν η αγαπημένη του ποιητική συλλογή. Ανέτρεξε στη σελίδα που της είπε. Άρχισε να διαβάζει νοερά:


Το παράπονο.

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα.

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ.
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά,
πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

                Έπεσε πάνω στο βιβλίο και λύθηκε στο κλάμα. Είχε χρόνια να κλάψει. Νόμιζε και εκείνη πως είχε στερέψει. Κατάλαβε τι της ζητούσε και δεν μπορούσε να του χαλάσει το χατίρι. Ποτέ δεν του το χάλασε. Άφησε το βιβλίο πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας και σηκώθηκε. Σκούπισε τα μάτια της, πήρε τη ζακέτα της και βγήκε στο δρόμο. Είχε έρθει η ώρα πια να ζήσει ξανά. Γιατί δεύτερη ζωή δεν έχει…