oncontextmenu='return false;'

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ (Μέρος Β΄)


        Οι τρεις άντρες προχώρησαν διστακτικά στο εσωτερικό του γραφείου, μιας που γνώριζαν καλά τις απόψεις της νεαρής αστυνομικού για το θέμα του Καρά Ντερέ και των μυστηριωδών εξαφανίσεών του. Η Ελπίδα τους περίμενε όρθια πίσω από το ταλαιπωρημένο από τα χρόνια γραφείο από καρυδιά, με τα χέρια της διπλωμένα μπροστά στο στήθος της. Τους περιεργάστηκε έναν-έναν καθώς έπαιρναν θέση μπροστά της, με κατεβασμένα τα κεφάλια σαν άλλα σχολιαρόπαιδα του δημοτικού που πιάστηκαν να κάνουν αταξία και περίμεναν την επίπληξη από την δασκάλα τους.
«Καλώς τα γενναία παλικάρια!», αναφώνησε με τη χροιά της φωνής της να χρωματίζεται με μπόλικη ειρωνεία που δεν προσπάθησε καθόλου να κρύψει.
«Καλημέρα σας», ακούστηκε ένα μπερδεμένο μουρμουρητό από τα στόματα και των τριών τους.
«Οι συστάσεις είναι περιττές θα έλεγα. Οπότε θα μπούμε κατευθείαν στον θέμα για να μην χάσουμε και άλλο πολύτιμο χρόνο». Προχώρησε προς την πόρτα βιαστικά.
«Έλα μέσα», διέταξε τον υφιστάμενό της. Εκείνος δεν έχασε καθόλου χρόνο. Με την Ελπίδα για ανώτερη, η αργοπορία είναι κάτι που πρέπει να σκεφτείς πολύ καλά αν δεν θες να βρεις τον μπελά σου. «Κάτσε και θα κρατάς τα πρακτικά. Και κοίτα να μην χάσεις ούτε λέξη από αυτά που θα σου που οι κύριοι από δω».
Ο νεαρός αστυνομικός αρκέστηκε στο να κουνήσει δυο φορές καταφατικά το κεφάλι του. Η Ελπίδα γύρισε στο γραφείο της και απευθύνθηκε αμέσως στους τρεις μάρτυρες της χθεσινοβραδινής εξαφάνισης.
«Λοιπόν, ποιος θα μου πει τι συνέβη εχτές το βράδυ;»
Ακολούθησε σιωπή.
«Κανείς;», ρώτησε απλώνοντας τα χέρια της με τις παλάμες προς τα πάνω.
Οι τρεις άντρες κοιτάχτηκαν σαν να συμφωνούσαν για κάτι.
«Εγώ», ακούστηκε δειλά η φωνή του ενός.
«Σ’ ακούω», του απάντησε κοφτά.
«Εχτές το  βράδυ είχαμε βγει οι τρεις μας στη Δράμα. Γύρω στη 01:30 είχαμε επιστρέψει στο χωριό και καθόμασταν στην πλατεία για να πούμε δύο τελευταίες κουβέντες και να το διαλύσουμε. Είχε πολλή ησυχία γύρω, όταν ακούσαμε βήματα, αλλά ήταν σκοτεινά και ακουγόντουσαν από μακριά για να δούμε ποιος ήταν. Όταν τα βήματα ακούγονταν πλέον πολύ κοντά, είδαμε πως ήταν ο Μιχάλης. Μας προσπέρασε χωρίς να μας μιλήσει και αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση αφού κουβεντιάζαμε, οπότε ήταν αδύνατον να μην μας είχε ακούσει…»
Η Ελπίδα άκουγε προσεκτικά χωρίς να διακόπτει. Προσπαθούσε πάντα να καταλάβει την ψυχολογική κατάσταση του ομιλητή και να βγάζει τα συμπεράσματά της στο τέλος.
«Ο Δημήτρης», συνέχισε δείχνοντας τον νεαρό φίλο του, «που στεκόταν δίπλα μου, του φώναξε. Δεν πήρε απάντηση. Ο Μιχάλης συνέχισε να προχωράει σαν να μην τον είχε ακούσει. Κοιταχτήκαμε παραξενεμένοι. Εεε, Μιχάλη! του είπαμε μαζί. Τίποτα. Να δεις που το κάνει επίτηδες, λέει ο Σώτος».
Η Ελπίδα κοίταξε τον τρίτο της παρέας χωρίς να πει κάτι. Ο νεαρός επιβεβαίωσε με ένα νεύμα τα λεγόμενα του πρώτου.
«Αμέσως τον ακολουθήσαμε θεωρώντας ότι όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Κρατήσαμε μια ασφαλή απόσταση από εκείνον για να δούμε μέχρι που σκόπευε να φτάσει την πλάκα. Το βήμα του ήταν αργό και σταθερό. Προσπέρασε το σπίτι σας και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του δάσους».
Η Ελπίδα τότε σηκώθηκε από το γραφείο της και τους πλησίασε, αφού η αφήγηση είχε φτάσει στο σημείο που περίμενε τόση ώρα υπομονετικά. Κοίταξε τον νεαρό σταθερά μέσα στα μάτια. Δεν τον διέκοψε, όμως ο εκείνος σταμάτησε. Σήκωσε τα φρύδια της σαν να ρωτούσε «Και; Γιατί σταμάτησες;», κάνοντας τον να καταλάβει ότι έπρεπε οπωσδήποτε να συνεχίσει.
«Σταμάτησε μπροστά στην είσοδο. Γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω. Η απόστασή μας από εκείνον ήταν μικρή πλέον και έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε καθαρά το πρόσωπό του. Κοιτούσε προς το μέρος μας και φανταστήκαμε ότι μας είχε αντιληφθεί, οπότε βγήκαμε πίσω από τα δέντρα όπου ήμασταν κρυμμένοι.  Χαμογελούσε πλατιά και μας κοιτούσε με σταθερό βλέμμα. Του μιλήσαμε ξανά. Δεν πήραμε καμιά απάντηση για ακόμη μια φορά. Γύρισε απότομα προς το δάσος και με κραυγές που σίγουρα άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βγάλει, χάθηκε στο σκοτάδι».
«Και μετά;», μίλησε για πρώτη φορά μετά από τόση ώρα που παρέμενε σιωπηλή.
Ο νεαρός κατέβασε το πρόσωπο του που είχε κοκκινίσει με την ερώτησή της και παρέμεινε σιωπηλός.
Η Ελπίδα κρέμασε τους ώμους της από απογοήτευση. 
«Φφφ... Κατάλαβα… το βάλατε στα πόδια… », ξεφύσησε αγανακτισμένη και γύρισε να καθίσει στην πολυκαιρισμένη καρέκλα του γραφείου της. Έτριψε με τα χέρια το πρόσωπό της. 
«Υπογράψτε όσα είπατε και μπορείτε να πηγαίνετε», είπε απλά. 
Υπάκουσαν και οι τρεις και χωρίς να προσθέσουν κάτι βγήκαν από το αστυνομικό τμήμα. Γύρισε προς τον συνάδελφό της. «Τα πιστεύεις και εσύ όλα αυτά;», τον ρώτησε αν και ήταν σχεδόν βέβαιη για την απάντηση που θα έπαιρνε. Ο νεαρός δεν απάντησε. Η Ελπίδα κατάλαβε. «Πες μου σε παρακαλώ, καθώς εκτός από το περιστατικό αυτό και άλλο ένα πριν τρία χρόνια όπου υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας και που έδωσε κατάθεση στον συνάδελφο που πήρα την θέση του, δεν υπάρχει άλλο με μάρτυρα, πού μπορώ να βρω πληροφορίες για το θέμα αυτό; Οτιδήποτε τέλος πάντων έχει καταγραφεί! Ακόμα και αν ξεπερνάει τα όρια της λογικής! Υπάρχει κάτι;».
«Υπάρχει», της απάντησε μονολεκτικά.
        Η Ελπίδα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η σκέψη της θα βάδιζε ποτέ σε τέτοια μονοπάτια. Είχε πάντα ως γνώμονά της την λογική. Πίσω από κάθε εξαφάνιση, κρυβόταν πάντα μια λογική εξήγηση. Δεν το διαπραγματευόταν ποτέ αυτό, γι αυτό και πάντα ήταν αποτελεσματική στη δουλειά της. Οδηγούσε αργά στον κακοτράχαλο και σκεπασμένο από χιόνι δρόμο που συνέδεε το Σιδηρόνερο με τη Σκαλωτή. Χρειαζόταν ξεκούραση και ηρεμία για να κάτσει να σκεφτεί αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Το απόγευμα θα πήγαινε στην παλιά λέσχη αξιωματικών στην οποία πλέον φιλοξενούνταν και μια βιβλιοθήκη. Εκεί θα έβρισκε το υλικό στο οποίο αναφερόταν ο συνάδελφός της.
       Οι ώρες πέρασαν γοργά και η Ελπίδα βρέθηκε στο κατώφλι της ανακαινισμένης, παλιάς λέσχης αξιωματικών. Στον μικρό διάδρομο υποδοχής βρισκόταν ένα εξίσου μικρό γραφείο που εκείνη τη στιγμή ήταν άδειο. Αμέσως όμως άνοιξε μια πόρτα στα δεξιά. Η μικροκαμωμένη νεαρή υπάλληλος που εμφανίστηκε, την καλησπέρισε ευγενικά. Η Ελπίδα χωρίς να χάσει λεπτό, ρώτησε που βρίσκεται η αίθουσα της βιβλιοθήκης. Η νεαρή αφού της έδωσε οδηγίες, της χορήγησε μια κάρτα εισόδου για να μπορέσει να περάσει από τον υπεύθυνο της βιβλιοθήκης. Ανέβηκε τη στριφτή, μαρμάρινη σκάλα, φτάνοντας στον πρώτο όροφο. Στο τέλος του διαδρόμου βρισκόταν η βιβλιοθήκη. Ο υπεύθυνος που την αναγνώρισε, την καλησπέρισε και για τα τυπικά της ζήτησε να του δείξει την κάρτα εισόδου. Η Ελπίδα μαθημένη σε τέτοιες τυπικές διαδικασίες, την έδειξε αμέσως, με τον υπεύθυνο να της τείνει το χέρι να περάσει. 


                                               Συνεχίζεται...

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ (Μέρος Α').

         







              «Είσαι η μόνη που δεν έχεις οικογένεια, Ελπίδα». Αυτή η φράση γυρνούσε ξανά και ξανά στο μυαλό της από την ώρα που ο ανώτερός της, της ανακοίνωσε την μετάθεσή της στο αστυνομικό τμήμα του Σιδηρόνερου Δράμας. Έσβησε το μισοτελειωμένο της τσιγάρο και άνοιξε τον χάρτη να δει που ακριβώς βρισκόταν αυτό το μέρος.
«Κοντά στα σύνορα με την Βουλγαρία… εξαιρετικά…», μονολόγησε απρόθυμα. Γέννημα θρέμμα Πειραιώτισσα πώς θα άντεχε να μην βλέπει θάλασσα. Απέμεναν μόλις 48 ώρες για να μαζέψει τα τελευταία πράγματά της.
                                                               
                                                                    ***
          Ο ρυθμικός ήχος του τρένου την είχε νανουρίσει για τα καλά και ούτε που κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες ταξιδιού. Ξύπνησε λίγο πριν φτάσει στον προορισμό της. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε έκπληκτη έξω από το παράθυρο το τοπίο που απλωνόταν μπροστά της. Ανακάθισε στην θέση της. Τελικά και η ορεινή Ελλάδα έχει τις ομορφιές της, φάνηκε να σκέφτεται, αν και κατά βάθος θα προτιμούσε να μην το ζούσε όλο αυτό.
          Οι πόρτες του βαγονιού άνοιξαν και μια ψυχρή ριπή ανέμου την καλωσόρισε, κάνοντάς της ξεκάθαρο ότι ο χειμώνας εδώ δεν παίζει παιχνίδια. Πάγωσε τόσο το πρόσωπό της που δεν μπόρεσε να κάνει ούτε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και έτσι περιορίστηκε στις δυσάρεστες σκέψεις της. Περπατώντας προς της είσοδο του σταθμού, οι παχιές και αφράτες νιφάδες χιονιού που στροβιλίζονταν με μανία από τον δυνατό αέρα πρόλαβαν  να καλύψουν τα κατάμαυρα μαλλιά της, να χωθούν ανάμεσα στις βλεφαρίδες της. Στις πληροφορίες την ενημέρωσαν πως το επόμενο λεωφορείο για Σκαλωτή, το χωριό όπου νοίκιασε το σπίτι στο οποίο θα ζούσε όσο κρατούσε η θητεία της εκεί, θα περνούσε σε δύο ώρες, οπότε κάλεσε ένα ταξί για να εξυπηρετηθεί πιο άμεσα.
           Το χωριό ήταν ορεινό, περιτριγυρισμένο από πυκνά δάση που τώρα το χειμώνα ήταν κατάλευκα από το χιόνι. Ένα ποταμάκι συμπλήρωνε τον φυσικό πλούτο του και ήταν ιδανικό γι’ αυτούς που αγαπούν την φύση. Μια εκκλησία, ένα μικρό καφενείο που δούλευε και σαν μπακάλικο παρέχοντας τα πολύ-πολύ βασικά, μια κακοδιατηρημένη παιδική χαρά, το νεκροταφείο, το παλιό σχολείο και η παλιά λέσχη αξιωματικών ήταν τα βασικά κτήρια του χωριού.  Το σπίτι ήταν μετρίων διαστάσεων, αλλά φτιαγμένο ευτυχώς με πολύ γούστο.  Ήταν στην άκρη ενός μεγάλου δάσους, του Καρά Ντερέ, που αργότερα έμαθε ότι το ονομάζουν «Το καταραμένο δάσος», μιας που όποιος προσπάθησε να το εξερευνήσει, δεν βρήκε ποτέ ξανά την έξοδο από αυτό. Άλλοι πάλι, που πιστεύουν σ’ αυτές τις ιστορίες τις μεταφυσικές, λένε πως εκεί ζει χιλιάδες χρόνια μια οντότητα, μια νεράιδα, αλλά όχι από αυτές που διαβάζουμε στα παραμύθια, αλλά μια άλλη πιο σκοτεινή.
          «Αηδίες», απάντησε όταν της αράδιασαν ένα σωρό ιστορίες ο Αλέξανδρος και οι Μερόπη, οι δυο φίλοι που κατάφερε να κάνει από τη στιγμή που ήρθε σε αυτόν τον τόπο. Οι υπόλοιποι την απέφευγαν χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον λόγο.
«Είναι επειδή ζεις σε αυτό το σπίτι», της είπαν και οι δυο ταυτόχρονα και ψιθυριστά.
«Μα τι μου λέτε τώρα ρε παιδιά; Καταραμένο δάσος, νεράιδες και κουραφέξαλα. Αυτά είναι ιστορίες για μικρά παιδιά και για αλαφροΐσκιωτους. Εγώ είμαι αστυνομικός. Για κάθε εξαφάνιση υπάρχει και μια λογική εξήγηση. Και τώρα τι μου λέτε εσείς…»
«Κι όμως», της εξήγησε ο Αλέξανδρος, «το σπίτι στο οποίο μένεις, είναι χρόνια ακατοίκητο, από όταν…». Κόμπιασε. «Θυμάσαι Μερόπη;» Η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, χωρίς να βγάλει λέξη.
«Καλά, άσε, Αλέξανδρε, μου λες μια άλλη φορά. Αρκετά άκουσα για απόψε και δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ», είπε η Ελπίδα μη μπορώντας να συγκρατήσει τα γέλια της.
          Την επόμενη μέρα και ενώ έπινε τον καφέ της στο γραφείο, της ήρθε στο μυαλό το παράξενο όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Περπατούσε λέει μέσα στο Καρά Ντερέ, όταν άκουσε έναν ήχο, τόσο απαλό που παρόλο που δεν φυσούσε καθόλου και στο δάσος είχε απλωθεί μια απόκοσμη σιωπή μόλις και μετά βίας ακουγόταν. Συνέχισε το περπάτημα προσπαθώντας να μαντέψει τι ήταν. Κάτι σαν κελάιδισμα, αλλά δεν ήταν και σίγουρη. Καθώς περπατούσε μέσα στο δάσος, γινόταν όλο και πιο καθαρός μέχρι που κατάλαβε πως ήταν μελωδία από… ένα πιάνο! Κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Τι δουλειά μπορεί να έχει ένα πιάνο στη μέση του δάσους; Και ποιος παίζει; Η περιέργειά της μεγάλωσε για τα καλά και συνέχισε να βαδίζει προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο παράξενος αυτός ήχος. Ήταν ένα πολύ αργό και λυπητερό κομμάτι. Μπορούσε πλέον να το ακούσει καθαρά όταν ξαφνικά διακόπηκε. Χωμένη μέσα στα δέντρα, με έκπληκτα μάτια μπόρεσε να διακρίνει ένα γυαλιστερό, μαύρο πιάνο και το κάθισμά του. Φαινόταν ολοκαίνουριο. Κοίταξε γύρω μα δεν υπήρχε κανείς. Ούτε αποτυπώματα ποδιών να απομακρύνονται. Τίποτα. Το μόνο ζωντανό πλάσμα που μπορούσε να δει, ήταν ένα κατάμαυρο κοράκι καθισμένο πάνω στο πιάνο να την κοιτάζει επίμονα με τα ολοστρόγγυλα σαν μαύρες γυαλιστερές χάντρες μάτια του. Και εκεί ήταν που ξύπνησε. Η μόνη λογική εξήγηση που έδωσε στον εαυτό της ήταν ότι απλά επηρεάστηκε από  τις ανόητες ιστορίες του Αλέξανδρου. Δεν έδωσε συνέχεια στα παιχνίδια του υποσυνείδητου της και συνέχισε την δουλειά της.
          Την ησυχία του γραφείου της τάραξε η ξαφνική έφοδος του συναδέλφου της οποίος μπήκε μέσα φουριόζος και με κομμένη την ανάσα μπόρεσε μόνο να πει «Έχουμε νέα εξαφάνιση». Η Ελπίδα τινάχτηκε από την καρέκλα της. Το διάστημα που ήταν εκεί δεν είχε συμβεί καμία εξαφάνιση. Αμέσως ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες.
« Χτες το βράδυ, γύρω στη 01:30 μια παρέα τριών ανδρών είδε τον Μιχάλη, τον γιο της μανάβισσας να προχωράει προς…» είπε ο νεαρός αστυνομικός και σταμάτησε.
«Γιατί σταμάτησες;», τον ρώτησε η Ελπίδα.
«…προς το καταραμένο δάσος», απάντησε εκείνος μαζεμένα, ξέροντας τις απόψεις της ανωτέρου του.
Του έκανε νόημα με το κεφάλι της να συνεχίσει, χωρίς να σχολιάσει το παραμικρό.
«Του φώναξαν πολλές φορές, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Ούτε καν στάθηκε. Προχώρησε και μπήκε μέσα στο δάσος σαν να μην τους είχε ακούσει καν».
«Και γιατί δεν τον κυνήγησαν; Γιατί δεν προσπάθησαν να τον σταματήσουν;», ρώτησε η Ελπίδα προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία της.
 Ο νεαρός αστυνομικός έσκυψε το κεφάλι δίχως να απαντήσει.
«Ε, όχι! Δεν είναι δυνατόν! Πάλι τα ίδια; Πάλι οι ίδιες ανόητες δεισιδαιμονίες!», ξέσπασε με οργή χτυπώντας και τα δυο της χέρια στο γραφείο κάνοντας τον καφέ της να αναπηδήσει και να χυθεί στο γραφείο της.
«Ξέρετε...», προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο νεαρός αστυνομικός.
«Όχι, δεν ξέρω! Πάψε! Δεν θέλω να ακούσω τίποτε άλλο! Έχετε ένα σωρό εξαφανίσεις και αντί να ανοίξετε το θέμα, να ψάξετε και να βρεθεί επιτέλους μια λύση σε αυτό το μυστήριο, εσείς ρίχνετε την ευθύνη στο κακό πνεύμα του δάσους! Πώς είναι δυνατόν;».
          Οι φλέβες στο λαιμό της ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Έτρεμε από την οργή της. Τέντωσε με νευρικότητα τη στολή της και έκατσε στο γραφείο με τα χέρια της πλεγμένα μπροστά στο πρόσωπό της.
«Και αυτοί οι τρεις πού είναι τώρα; Γιατί δεν ενημέρωσαν; Ή μάλλον άσε μη μου πεις. Κατάλαβα», συνέχισε στον ίδιο τόνο.
« Τους έχω έξω και περιμένουν. Η μανάβισσα έτρεξε ουρλιάζοντας για βοήθεια στο καφενείο. Μόλις είχε ανακαλύψει ότι ο γιος της δεν είχε κοιμηθεί στο σπίτι τους το βράδυ. Περνούσα απέξω. Άκουσα τις φωνές και μπήκα μέσα. Ρώτησα τι συμβαίνει και αν γνωρίζει κάποιος κάτι. Έναν από τους τρεις σηκώθηκε και μου είπε για το περιστατικό. Θεώρησα καλό να τους φέρω να μιλήσετε μαζί τους».
Η Ελπίδα ξεφύσησε έντονα.
«Φερ' τους εδώ. Και εσύ να μείνεις απέξω. Ίσως σε χρειαστώ», του απάντησε κοφτά.
Ο νεαρός αστυνομικός υπάκουσε και χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο βγήκε από το γραφείο της μπαίνοντας μετά από λίγο μαζί με τους τρεις μάρτυρες του χτεσινού γεγονότος.


                                              Συνεχίζεται...

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

32



          6 του Οκτώβρη. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα αναλογίζομαι την ύπαρξή μου. Είναι η μέρα που ήρθα σ' αυτόν τον κόσμο. Η χαρά που έδωσα. Η χαρά που δίνω. Άλλος ένας αριθμός. Άλλη μια μέρα, άλλη μια γενέθλια ημέρα.Μια γευστική τούρτα όμορφα διακοσμημένη. Μικρές φλογίτσες σιγοκαίνε στις κορφές των μικρών λευκών κεριών που είναι διασκορπισμένα πάνω της. Γύρω μου οι φίλοι να τραγουδάνε το γνωστό τραγούδι. Το ξέρουμε όλοι απ' έξω και ανακατωτά. Τους κοιτάζω. Χαμογελάω. Το τραγούδι φτάνει στο τέλος του. Κλείνω τα μάτια. Παίρνω βαθιά ανάσα. 
                                   « Όλα!», ξεφωνίζουν ενθουσιασμένοι οι φίλοι μου.
Κάνω μια ευχή μέσα από τα βάθη της ψυχής μου. Τρεις λέξεις. Κάθε χρόνο τις ίδιες. Χρόνια τώρα. Ώσπου να πραγματοποιηθεί.
                                                           «Να γίνω ευτυχισμένη».
Μήπως έγινα; Πρέπει να αλλάξω ευχή; Όχι. Και φέτος την ίδια θα κάνω. Την ευτυχία την κατακτάς μόλις διασχίσεις ένα ατελείωτο μονοπάτι. Φυσώ δυνατά. Τα κεριά σβήνουν και αφήνουν πίσω τους ένα αμυδρό ίχνος καπνού που βγαίνει από τα μαυρισμένα φυτιλάκια τους να ανεβαίνει ώσπου χάνεται. Η ευχή μου παραμένει κρυφή και φέτος. Άλλη μια μέρα,άλλη μια γενέθλια μέρα. Είναι το γεγονός της ημέρας. Δώρα που δεν ζήτησα. Δεν ξέρω τι θέλω. Ευχετήριες κάρτες παντού. Τις ανοίγω μία-μία. Πάντα μου άρεσε αυτή η διαδικασία. Έχω πολλές. Από χρόνια. Ήμουν παιδί ακόμα.
          Μεγαλώνω. Και συνειδητοποιώ πως τα γενέθλια είναι η συμπλήρωση ενός ακόμα χρόνου με ανεκπλήρωτα όνειρα. Αλήθεια πόσο χρόνο έχω ακόμη για να τα πραγματοποιήσω;
          Είμαι ένα χρόνο λιγότερο νέα απ' ότι ήμουν. Η ηλικία όμως γίνεται απλά ένας αριθμός. Γιατί η ψυχή μου παραμένει νέα. Την βλέπω στην αντανάκλαση του καθρέφτη.
                                                          Συνεχίζω να χαμογελώ.
                                              Συνεχίζω να έχω φίλους που νοιάζονται.
                                      Συνεχίζω να διασκεδάζω παρά τις καταστάσεις.
                                            Άλλη μια μέρα, άλλη μια γενέθλια ημέρα.
                                                 Ναι, ήταν όμορφη παρόλα αυτά.
                   


Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Δεύτερη ζωή δεν έχει.






 Καθισμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα στο στενό της μπαλκονάκι, απολάμβανε το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου της. Η ησυχία ήταν απλωμένη παντού. Τέλη Αυγούστου βλέπεις και οι τελευταίοι είχαν εγκαταλείψει και εκείνοι το κλεινόν άστυ, αναζητώντας ανάσες δροσιάς στις παραλίες απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα.
                Ρουφούσε αχόρταγα την κάθε τζούρα. Είναι μάλλον η αίσθηση που σου προκαλεί πάντα το τελευταίο τσιγάρο. Ίσως επειδή ξέρεις πως είναι το τελευταίο και θέλεις να το απολαύσεις. Καταραμένη συνήθεια το ρημάδι μα και η μόνη της συντροφιά τα τελευταία δεκαέξι χρόνια. Σαν σήμερα ήταν που το πρωτόβαζε στο στόμα της. Και πως να την ξεχάσει εκείνη τη μέρα; 20 Αυγούστου 2000, Κυριακή. Σε μία εβδομάδα θα στεκόταν πλάι του ντυμένη στα λευκά. Όλα ήταν έτοιμα. Είχε πάρει άδεια από τη δουλειά της και απολάμβανε τις τελευταίες μέρες της εργένικης ζωής της.
                Ήταν οκτώ και μισή το πρωί. Μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο της. Σκούπισε τους υδρατμούς που είχαν καλύψει τον καθρέπτη και κοίταξε το είδωλό της. Το μακιγιάζ της δεν είχε φύγει εντελώς κάτω από τα μάτια της και πήρε ένα κομμάτι βαμβάκι και λίγο γαλάκτωμα για να το αφαιρέσει τελείως. Την ώρα που διάλεγε κάτι ανάλαφρο να φορέσει, μιας που ο Αύγουστος δεν έλεγε να δροσίσει, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η Άσπα, η παιδική της φίλη και μέλλουσα κουμπάρα της. Ήταν συνήθειά τους χρόνια τώρα να πίνουν το καφεδάκι τους κάθε Κυριακή πρωί, εκεί στο μικρό της μπαλκόνι, χαζεύοντας μια στάλα την Ακρόπολη. Και τον χειμώνα ακόμα, και ας είχε κρύο, εκείνες δεν πτοούνταν διόλου. Φορούσαν τα μπουφάν, έφερναν και τη σόμπα και καθόντουσαν κανένα τρίωρο εκεί. Κατέβηκε τη μικρή, στριφτή σκάλα που ένωνε το πάνω με το κάτω πάτωμα του νεοκλασικού της, για να βρει την Άσπα καθισμένη στον καναπέ με σκυμμένο το κεφάλι. Ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι που δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να έχει αποτρέψει. Κάτι που θα την ακολουθούσε για την υπόλοιπη ζωή της.
                «Πες το με μια λέξη!». Η φωνή της ψυχρή, σταθερή, κοφτή.
Η Άσπα παρέμεινε σιωπηλή με το κεφάλι ακόμα κατεβασμένο. Έτρεξε καταπάνω στη φίλη της και την έπιασε σφιχτά από τα μπράτσα και την ταρακούνησε.
                «Μίλααααα… γιατί δεν μιλάς;», ούρλιαξε.
Η Άσπα σήκωσε το κεφάλι. Χιλιάδες μικροσκοπικές κόκκινες φλεβίτσες είχαν γεμίσει το λευκό των πρησμένων ματιών της. Την έπιασε ακόμα πιο σφιχτά από τα μπράτσα και την έσυρε ως την πόρτα.
                «Πήγαινε με εκεί τώρα!», τη διέταξε.
Στο αυτοκίνητο η σιωπή συνεχίστηκε. Η νύχτα. Η κούραση. Το πολύωρο ταξίδι. Η λάθος εκτίμηση. Οι κακοτεχνίες στους δρόμους. Ένας απρόσεκτος οδηγός.
                «Μην τρέχεις!», του είπε την ώρα που έκλειναν για να ξεκινήσει το ταξίδι του.
                «Δεύτερη ζωή δεν έχει! Ζήσε τη με πάθος, μωρό μου!», της απάντησε γεμάτος ζωντάνια.
                «Να προσέχεις».
Και η γραμμή έκλεισε.
                Όλα αυτά γύριζαν στο μυαλό της. Είκοσι λεπτά αργότερα περνούσαν το κατώφλι του νοσοκομείου. Η Άσπα γνώριζε που ακριβώς έπρεπε να πάνε. Η Μπέτυ βάδιζε δίπλα της μηχανικά. Οι λευκοί τοίχοι γύρω της άρχισαν να μαυρίζουν. Η όρασή της ξαφνικά θόλωσε και τα πόδια της παρέλυσαν στιγμιαία. Τίναξε το κεφάλι της αριστερά- δεξιά. Συνήλθε. Η κίνηση της αυτή έκανε την Άσπα να γυρίσει προς το μέρος της.
«Είσαι καλά; Μήπως θέλεις να σταματήσουμε για λίγο;».Η Μπέτυ δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία. Συνέχισε να περπατά μηχανικά. Ένα λεπτό αργότερα σταμάτησαν μπροστά από τη λευκή πόρτα του δωματίου 312. Η Άσπα άπλωσε το χέρι της να πιάσει το πόμολο. Το βλέμμα όμως της φίλης της την έκανε να μετανιώσει γι’ αυτή τη σκέψη και το τράβηξε αμέσως πίσω. Άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα και μπήκε πρώτη στο δωμάτιο. Οι χαρακτηριστικοί ήχοι των μηχανημάτων την έκαναν να αναριγήσει. Τον είδε. Ξαπλωμένος και ακίνητος, σκεπασμένος ως τον θώρακα με το λευκό σεντόνι. Έτρεξε κατά πάνω του χωρίς να χάσει άλλο χρόνο. Τα δάκρυά της άρχισαν αστραπιαία να κατρακυλούν στο πρόσωπό της.
                «Αλέξη… καρδιά μου», ακούστηκε πνιχτή η φωνή της μέσα από τα αναφιλητά της. «Άνοιξε τα ματάκια σου. Γιατί δεν μου μιλάς;».
Η Άσπα την έπιασε απαλά από τους ώμους.
                «Δεν πρόκειται να σου απαντήσει, καλή μου». Ένας κόμπος πήγε και στάθηκε στον λαιμό της που την εμπόδιζε να συνεχίσει. Τα χείλη της τρεμόπαιξαν. Η Μπέτυ τώρα κρέμονταν από αυτά.
                «Είναι… είναι σε κώμα, Μπέτυ», της είπε τόσο χαμηλόφωνα σαν να προσπάθησε να μην ακουστεί η φράση της.
                Η Μπέτυ πισοπάτησε. Τίναξε τον ώμο της ξεγλιστρώντας από τα χέρια της φίλης της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και από το στόμα της βγήκε μια άηχη κραυγή.
«Όχιιιι….. Δεν είναι δυνατόν….». Μόνο αυτό πρόλαβε να πει. Έπεσε αμέσως λιπόθυμη στο πάτωμα. Η Άσπα έτρεξε να πατήσει το κουδούνι δίπλα από το κρεβάτι του Αλέξη. Πετάχτηκε σαν τρελή έξω από το δωμάτιο να ζητήσει βοήθεια. Η νοσοκόμα που περνούσε εκείνη την ώρα απέξω, ούτε που κατάλαβε από που εμφανίστηκε το χέρι που την τράβηξε βίαια μέσα στο δωμάτιο.
                «Κάντε κάτι γρήγορα», φώναξε η Άσπα.
                «Ηρεμίστε. Μια απλή λιποθυμία είναι».
Την σήκωσαν μαζί και την ξάπλωσαν στο διπλανό κρεβάτι. Πέντε λεπτά αργότερα η Μπέτυ ανακτούσε τις αισθήσεις της. Πετάχτηκε αμέσως επάνω.
                «Αλέξηηη…», κραύγαζε.
Οι δύο τραυματιοφορείς που είχε καλέσει η νοσοκόμα και έμπαιναν εκείνη την ώρα μέσα στο δωμάτιο, την έπιασαν αμέσως.
                «Αφήστε με!», ούρλιαζε η Μπέτυ και τιναζόταν σαν να την χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι νεαροί άνδρες κατάφεραν να την ακινητοποιήσουν και να της κρατήσουν σταθερό το χέρι ώσπου η νοσοκόμα να της κάνει την ηρεμιστική ένεση. Η Μπέτυ έγειρε στο κρεβάτι αδύναμη και κοιμήθηκε για ώρες.
                Οι επόμενες δύο εβδομάδες την βρήκαν στο νοσοκομείο. Πλάι του. Ακοίμητος φρουρός. Το βλέμμα της στυλωμένο πάνω του συνεχώς. Περίμενε την παραμικρή κίνησή του. Έψαχνε να βρει μια στάλα ζωντάνιας πάνω του. Κοιτούσε τα δεκάδες καλώδια και σωληνάκια που κάλυπταν το κεφάλι και το σώμα του. Τα μόνα που τον ένωναν ακόμα με τη ζωή. Του μιλούσε συνεχώς, με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα πάρει απάντηση. Ή έστω μια μικρή κίνηση των δαχτύλων του ή ένα πετάρισμα των ματιών του. Δεν ήθελε να φεύγει στιγμή από κοντά του. Αρνούνταν να φάει και να κάνει μπάνιο. Μα στο τέλος την έπειθαν. Οι γιατροί μπαινόβγαιναν μέρα και νύχτα. Ποιος όμως τολμούσε να της πει την αλήθεια; Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
                Το πρωινό εκείνο ένα μήνα μετά, ξύπνησε και βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της πλάι σε εκείνο του Αλέξη. Κοίταξε αμέσως προς τα εκεί. Ήταν άδειο. Το στομάχι της σφίχτηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Έκανε να σηκωθεί. Ένα χέρι πρόλαβε και την γράπωσε. Γύρισε ξαφνιασμένη από την άλλη πλευρά. Ήταν η Άσπα που την κρατούσε. Δίπλα της μια από τις νοσοκόμες και άλλη μια γυναίκα που δεν είχε ξαναδεί. Ήταν πολύ σοβαρή και στα χέρια της κρατούσε ένα κόκκινο φάκελο. Δεν της πήρε παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβει τι είχε συμβεί. Τα λόγια που δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν οι τρεις γυναίκες, θα ήταν έτσι και αλλιώς τόσο λίγα μπροστά στα βλέμματα τους, που τα έλεγαν όλα. Λίγα λεπτά αργότερα άλλο ένα ηρεμιστικό έρεε στις φλέβες της. Η δόση τώρα άγγιζε τα μέγιστα επιτρεπτά όρια. Η κρίση ήταν ανεξέλεγκτη αυτή τη φορά.
                Τα εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν ήταν μαρτυρικά. Με τον καιρό ο πόνος έγινε βουβός. Δεν κόπασε ποτέ. Απλά παρέμεινε μέσα της σιωπηλός. Στάθηκαν όλοι πλάι της, μα τους έκανε όλους πέρα. Παράτησε τα πάντα και απομονώθηκε. Κλείστηκε στον εαυτό της. Τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ μέχρι σήμερα και έκανε εχθρό της όποιον της έλεγε πως έπρεπε να ξαναφτιάξει τη ζωή της.


                Ένιωσε τα βλέφαρά της βαριά. Έκλεισε τα μάτια. Η μορφή του σχηματίστηκε αμέσως μπροστά της. Το ήξερε ότι ονειρευόταν. Χαμογελούσε επιτέλους. Είχε χρόνια να τον δει στο όνειρό της. Κάτι προσπαθούσε να της πει, μα τα λόγια ακούγονταν μπερδεμένα. Ξαφνικά έγιναν καθαρά και κατανοητά: «Στο τρίτο ράφι, το δεύτερο βιβλίο στ’ αριστερά. Σελίδα 78.». Της έκλεισε το μάτι και εξαφανίστηκε έτσι όπως είχε εμφανιστεί. Ξύπνησε ταραγμένη που της είχε φύγει τόσο βιαστικά. Τινάχτηκε από την πολυθρόνα της. Έτρεξε στη βιβλιοθήκη. «Τρίτο ράφι, δεύτερο βιβλίο από αριστερά», μονολογούσε. Έπιασε ένα πολυκαιρισμένο βιβλίο.
                «Τα Ρω του Έρωτα», Οδυσσέας Ελύτης, γ’ έκδοση 1980.
Ήταν συλλέκτης παλιών βιβλίων. Κυρίως ποίηση. Και αυτή ήταν η αγαπημένη του ποιητική συλλογή. Ανέτρεξε στη σελίδα που της είπε. Άρχισε να διαβάζει νοερά:


Το παράπονο.

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα.

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ.
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά,
πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

                Έπεσε πάνω στο βιβλίο και λύθηκε στο κλάμα. Είχε χρόνια να κλάψει. Νόμιζε και εκείνη πως είχε στερέψει. Κατάλαβε τι της ζητούσε και δεν μπορούσε να του χαλάσει το χατίρι. Ποτέ δεν του το χάλασε. Άφησε το βιβλίο πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας και σηκώθηκε. Σκούπισε τα μάτια της, πήρε τη ζακέτα της και βγήκε στο δρόμο. Είχε έρθει η ώρα πια να ζήσει ξανά. Γιατί δεύτερη ζωή δεν έχει…






Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Tο μέλλον του κόσμου








(Σκέψεις που διαβάζονται και αντίστροφα!!
Απ'το τέλος προς την αρχή!!)



                                                       Αυτό είναι το μέλλον του κόσμου
αντικοινωνικός και μοναχικός
κόσμος που θα ζει πίσω από την οθόνη του
Δεν θα υπάρχει
φιλία και οικογένεια
Ο χρόνος θα δημιουργήσει
ένα μέλλον χωρίς αξίες
Δεν θα υπάρχει
αγάπη και στοργικότητα
καλοσύνη και ανιδιοτέλεια
Μόνο
εγωκεντρισμός
Δεν θα υπάρχει
Η επιλογή μας.
Να το!
Το μέλλον του κόσμου.
                                                        

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Για ένα καρβέλι ψωμί





         Ούτε η παραμικρή χαραμάδα δεν υπήρχε, για να μπορέσει να περάσει μια αχτίδα φωτός ανάμεσα από τα βαριά, μαύρα σύννεφα και να σπάσει την καταχνιά που απλωνόταν στον αστικό ουρανό. Ο αέρας που φυσούσε μανιασμένα, ήταν παγωμένος, νοτισμένος και είχε την μυρωδιά της χειμωνιάτικης θάλασσας. Οι περαστικοί ντυμένοι με βαριά, σκούρα ρούχα και με έντονη την μελαγχολία στα πρόσωπά τους, βάδιζαν βιαστικά. Ο Τέλης τους κοιτούσε καθώς περνούσαν αδιάφορα μπροστά από το πρόχειρο, μικροσκοπικό καταφύγιο που του έφτιαχναν τα δυο πελώρια κτήρια πάνω από το κεφάλι του. Κοιτούσε εξεταστικά τα κομψά τους ρούχα.  Οι άντρες με μακριά παλτά, άλλοι με τα χέρια βαθιά χωμένα στις ζεστές τους τσέπες και τους ώμους κυρτούς για να προστατευτούν από το τσουχτερό κρύο και τις χοντρές σταγόνες τις βροχής και άλλοι παλεύοντας με τον λυσσασμένο αέρα να κρατήσουν τις ομπρέλες τους σταθερές. Οι γυναίκες που και εκείνες έδειχναν κομψές μέσα από τα παλτά τους και κάτω από τα τεράστια, περίτεχνα καπέλα τους, βάδιζαν με χάρη, χωρίς να αφήνουν να φανεί η δυσαρέσκεια τους για τον άστατο καιρό. Όλοι τους περνούσαν από μπροστά του, χωρίς όμως να του δίνουν την παραμικρή σημασία. Ο Τέλης δεν τους κατηγορούσε. Για κείνους ήταν απλά μια σκιά. Και οι σκιές είναι σκοτεινές και έχουν μικρή σημασία. Δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον πάνω του. Και έτσι να ήταν, δεν τον ένοιαζε διόλου αν για εκείνους ήταν απλά μια σκιά. Παραδόξως, του άρεσε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο ήταν ελεύθερος να παρακολουθεί τα πάντα γύρω του, χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Να ακούει πράγματα που κάποιος άλλος πιθανόν θα αγνοούσε: τον απαλό ήχο των σταγόνων καθώς έπεφταν στη γη, τον γδούπο των λασπωμένων παπουτσιών που περνούσαν σχεδόν αντικριστά από τα φωτεινά, πράσινα μάτια του. Ακόμα και τα κλάματα ή και τα γέλια των περαστικών, ακόμα και αυτά τον ευχαριστούσαν. Όλα αυτά μαζί δημιουργούσαν μια συγχορδία, έναν ρυθμικό παλμό που προκαλούσε ευθυμία στην καρδιά του. Ο Τέλης χαμογελούσε καθώς ίσα που προλάβαινε να ακούσει μεμονωμένες φράσεις από τις συζητήσεις των περαστικών: «Αγάπη μου, απόψε υποσχεθήκαμε πως θα δειπνήσουμε με τους γονείς σου», «Μαμά, ήθελα να παίξω περισσότερο», «Μπα, μην τον πιστεύεις. Ψέματα σου είπε πάλι».
            Μπροστά σε όλο αυτό το σκηνικό ξαφνικά κατσούφιασε. Κοίταξε τα κουρελιασμένα ρούχα του. Η μπλούζα του ήταν καλυμμένη με σκόνη και λάσπη και τρύπια σε δυο σημεία που πρόχειρα σκέπαζε με τα δυο του χεράκια. Το παντελόνι του και εκείνο στην ίδια κατάσταση. Παπούτσια δεν φορούσε, μόνο ένα ζευγάρι πολυκαιρισμένες κάλτσες.
«Και τι μ’ αυτό;», ψιθυρίζει στον εαυτό του. «Αφού εσύ δεν είσαι κομμάτι όλου αυτού».
Καρφώθηκε στα ξυλιασμένα πόδια του. Μια παράξενη σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Κι αν έσπαγε τυχαία ένα από τα πόδια του; Ήταν πεπεισμένος πως δεν θα αισθανόταν τίποτα. Έσκασε ένα μεγάλο χαμόγελο. «Τουλάχιστον αυτό θα ήταν βολικό για μένα. Δεν θα αισθανόμουν καθόλου πόνο». Ξεφύσησε βαριεστημένα και έστρεψε πάλι το βλέμμα του στον πολύβουο δρόμο. «Εύχομαι όλοι αυτοί να μην έχουν κρύα πόδια όπως εγώ. Άνθρωποι σαν αυτούς δεν είναι συνηθισμένοι στον πόνο. Αν χτυπήσουν θα παραπονιούνται και θα παραπονιούνται για πολύ καιρό ώσπου να το ξεπεράσουν. Είναι καλύτερο άνθρωποι σαν εμένα να υποφέρουν, καθώς για οποιοδήποτε πόνο δεν αισθάνονται παρά μόνο κάτι σαν τσίμπημα από καρφίτσα. Εκείνους που είναι συνηθισμένοι στον πόνο μην τους φοβάσαι».
            Αναρίγησε.  Μια δυνατή ριπή αέρα διαπέρασε το κορμί του, φτάνοντας ίσαμε τη ραχοκοκαλιά του. Αγκάλιασε το αναιμικό κορμάκι του ακόμα πιο σφιχτά με τα ξυλιασμένα χεράκια του και έτριψε τους ώμους του πυρετωδώς. Τα ξαφνικά κλάματα που ακούστηκαν δίπλα του, τον απέσπασαν από τις σκέψεις μέσα στις οποίες είχε χαθεί. Γύρισε το κεφάλι του και είδε ένα νεαρό ζευγάρι να στέκεται ακριβώς μπροστά του. Ο νεαρός άνδρας ψιθύρισε κάτι στην κοπέλα που στεκόταν δίπλα του κλαίγοντας με αναφιλητά.
«Σώπασε τώρα γλυκιά μου. Ηρέμισε».
«Μα αγαπημένε μου, είδες τι γλυκό πλάσμα ήταν;», ψέλλισε μέσα από τα αναφιλητά της εκείνη. «Αναρωτιέμαι πώς η μητέρα της την άφησε να τριγυρίζει έτσι έξω μ αυτόν τον διαβολεμένο καιρό… Φτωχό κορίτσι…», κατέληξε σκουπίζοντας προσεκτικά τα δάκρυά της με το λευκό της μαντήλι.
«Το ξέρω καλή μου, το ξέρω», απάντησε ξανά ο άνδρας με τη βραχνή φωνή του. «Κάποιος θα την βοηθήσει», είπε, με την χροιά του να είναι πιο παγερή και από τον αέρα που φυσούσε εκείνη τη στιγμή. Της ψιθύρισε κάτι ακόμα και την τράβηξε απαλά να για συνεχίσουν τον δρόμο τους. Ο Τέλης τους κοιτούσε αμίλητος.
«Κάποιος θα την βοηθήσει». Τα τελευταία λόγια του νεαρού άνδρα καμπάνιζαν στα αυτιά του Τέλη. «Βοήθεια», μουρμούρισε καθώς εκείνοι χάνονταν μέσα στο πλήθος.
«Οι σκέψεις σου για κείνη είναι τόσο βολικές… μόνο που το φτωχό εκείνο κορίτσι είναι και αυτό μια σκιά όπως και εγώ. Μπλεγμένο στην ίδια μοίρα που έχω και εγώ. Ένα πρόβλημα που θα λύσουν οι άλλοι».
«Οι λέξεις είναι απλά λέξεις, Τέλη», ψιθύρισε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του. «Οι πράξεις φωνάζουν πάντα πιο δυνατά», συνέχισε η φωνή.
«Αχ, φωνή, εύχομαι κάποιες φορές να σιωπούσες…»
 Σήκωσε το βλέμμα ψηλά, σε μια προσπάθεια να θυμηθεί. Να δεις πώς το είχε δει γραμμένο… Α, ναι! «Κάθε στιγμή τα λόγια μας είναι το ψέμα και μόνο η πράξη μας η αλήθεια» -Τάσος Αθανασιάδης-
Το είχε δει γραμμένο με μια σειρά πελώρια κατακόκκινα γράμματα πάνω σε ένα τοίχο. Και είναι πράγματι αλήθεια. Τίποτα απ’ όσα πούμε δεν είναι αληθινό ώσπου να το κάνουμε πράξη.
            Ένα δυνατό γουργουρητό ακούστηκε από το άδειο του στομάχι. Μια υπενθύμιση ότι είχε πάνω από ένα εικοσιτετράωρο να φάει μια μπουκιά. Έκανε να σηκωθεί, μα μια ζάλη λύγισε τα ισχνά του ποδαράκια. Προσπάθησε ξανά. Τα κατάφερε, μα τα βήματά του ήταν τρεμουλιαστά. Στάθηκε στη γωνιά του δρόμου. Κάποιοι περαστικοί του έριχναν μια δεύτερη ματιά πάνω από τον ώμο τους γεμάτοι οίκτο. Άλλοι πάλι τον κοιτούσαν κάνοντας γκριμάτσες αηδίας. Δεν τον ενοχλούσαν οι αρνητικές εκφράσεις που έπαιρναν τα πρόσωπά τους όταν τον αντίκριζαν. Αντιθέτως. Τουλάχιστον τον πρόσεχαν.
Το στομάχι του διαμαρτυρήθηκε ξανά.
«Υπομονή…». Ψιθύρισε. «Εσύ ξέρεις να κάνεις υπομονή». Λες και μιλούσε σε άνθρωπο. Θυμήθηκε τα λόγια ενός ιερέα, τότε που καταφύγιό του ήταν ο περίβολος μια εκκλησίας και κρεβάτι του μια προστατευμένη από το κρύο και τη βροχή γωνιά του ναού.
«Η υπομονή είναι αρετή. Ζήτα και θα λάβεις. Ψάξε και θα βρεις. Χτύπα, και μια πόρτα θα ανοίξει για σένα». Στύλωσε το βλέμμα του στον θολό ουρανό και με τον παιδικό του αυθορμητισμό είπε: «Μπορώ να ζητήσω ένα καρβέλι ψωμί, Κύριε; Θέλω να γεμίσω το άδειο μου στομάχι». Μη γνωρίζοντας γιατί είπε αυτά τα λόγια ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό και κάτι ζεστό να κυλάει στα παγωμένα του μάγουλα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και άγγιξε στιγμιαία το πρόσωπό του. Ένιωσε τα δάκρυά του και βάλθηκε να τα κάνει πέρα. «Όχι δάκρυα, Τέλη, όχι. Είσαι μεγάλος πια γι’ αυτά».
            Ήταν τόσο απορροφημένος στο να σκουπίζει τα δάκρυά του, που δεν είχε προσέξει ότι τόση ώρα κάποιος τον κοιτούσε. Κοίταξε ξαφνιασμένος ξεσπώντας σε ένα ακόμη αυθόρμητο κλάμα. Ένα συνομήλικο κορίτσι κουλουριάστηκε δίπλα του, δίχως να λογαριάσει αν τα ρούχα του λεκιάσουν από τις λάσπες του δρόμου. Το στρογγυλό πρόσωπο του κοριτσιού στολισμένο με δυο μακριές πλεξούδες που ξετρύπωναν από τον σκούφο που κάλυπτε το κεφάλι του, ήταν γεμάτο θλίψη και από τα καστανά του μάτια κυλούσαν απαλά και αργά δυο σειρές δάκρυα.
«Γιατί κλαις;», τον ρώτησε.
Η φωνή της έσπασε. «Με κάνεις και εμένα να κλαίω». Έμοιαζε ανυπόκριτα λυπημένη η μικρή.
Ο Τέλης με τη βιαστική ματιά που έριξε γύρω του, αντιλήφθηκε πως κανένας δεν τους έδινε σημασία. Ξανακοίταξε το κορίτσι που βρισκόταν τόσο πολύ κοντά του που η μύτες τους σχεδόν άγγιζαν η μία την άλλη. Έκανε να απομακρυνθεί, μα το μετάνιωσε.
«Δεν.. δεν ξέρω γιατί», τραύλισε.
Έγειρε στον ώμο του.
«Είσαι λυπημένος», είπε  και έγνεψε καταφατικά για να δώσει έμφαση και σιγουριά σε αυτό που έλεγε. Ο Τέλης είχε χάσει την μιλιά του. Στην πραγματικότητα αισθανόταν γενικά χαμένος από όλο αυτό που συνέβαινε τα τελευταία λεπτά. Ήταν σαστισμένος. Ποτέ κανείς ως τώρα δεν τον είχε πλησιάσει τόσο πολύ, δεν του είχε μιλήσει τόσο αληθινά. Πίστευε πως πάντα ήταν αόρατος και πως θα παρέμενε έτσι. Μα αυτό το κορίτσι του μιλούσε! Και προτού καταφέρει να αρθρώσει μια λέξη, έστω κάτι που να βγάζει νόημα, η μικρή άγγιξε το πρόσωπό του. Τόσο τρυφερό το άγγιγμά της. Ένιωσε αμέσως τη θέρμη των χεριών της. Μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής του. Ένιωσε μια παράξενη ενέργεια να διαπερνάει το κάθε του κύτταρο. Παράξενο συναίσθημα. Δεν το είχε ξανανιώσει.
«Μην είσαι άλλο λυπημένος», του είπε ήσυχα η μικρή, χαϊδεύοντας ακόμη το πρόσωπό του. Άνοιξε την τσάντα που είχε δίπλα της. Έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί. Του χαμογέλασε πλατιά και έτεινε τα χέρια της προς αυτόν, τοποθετώντας το στις παλάμες του.
«Θα πρέπει να είσαι πεινασμένος. Αυτό το καρβέλι είναι φρεσκοψημένο. Μόλις το έφτιαξε ο θείος μου και είναι όλο για σένα. Πάρ’ το!». Η φωνή της ντυμένη με όλη τη γλύκα και τη στοργή που θα μπορούσε να έχει ένα πλάσμα στα δέκα του χρόνια.
Ο Τέλης ξεροκατάπιε. Το στόμα του ξαφνικά ήταν τόσο στεγνό. Το καρβέλι ήταν πράγματι ολόφρεσκο! Τόσο που άχνιζε ακόμη!
«Σ’ ευχαριστώ, μικρή κυρία», της απάντησε ανήμπορος να εκφράσει περισσότερο την ευγνωμοσύνη του. Προσπάθησε να πει κάτι ακόμα. Όμως ο κόμπος που πήγε και στάθηκε ξανά στον λαιμό του, τον εμπόδιζε. Παράτησε την προσπάθεια. Ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια του, καθώς τα δάκρυα απειλούσαν πάλι να κυλίσουν από τις άκρες. Πριν προλάβει να πει κάτι το κορίτσι, ένα χέρι την τράβηξε απότομα προς τα πίσω. Ο Τέλης κοίταξε ψηλά. Από την αγριεμένη όψη της γυναίκας που κοιτούσε μια εκείνον μια τη μικρή, κατάλαβε ότι ήταν η μητέρα της.
«Μην πηγαίνεις τόσο κοντά σε ένα τέτοιο πλάσμα, Μαρία!», της είπε με ένταση. Τα λόγια της θύμιζαν περισσότερο γρύλισμα άγριου ζώου, παρά ανθρώπινη φωνή. Το βλέμμα της πάνω του ήταν τόσο βλοσυρό που ευθύς ευχήθηκε εκείνη τη στιγμή να χανόταν από προσώπου γης.
«Μαμά!», αναφώνησε φανερά απογοητευμένη από τα λόγια της μητέρας της η Μαρία.
«Αγόρι είναι!», φώναξε με όση δύναμη μπορούσε να βγει από τα πνευμόνια της, δείχνοντας με τα δυο της χέρια τον Τέλη. Με μια απότομη κίνηση το ‘σκασε από το χέρι της μάνας της, γονάτισε και τον φίλησε στο μάγουλο. Με την ίδια ταχύτητα έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να γλυτώσει έστω και για λίγες στιγμές από την αντίδραση της μάνας της.
«Μαρία!», της φώναξε αγανακτισμένη από τη συμπεριφορά της μικρής. Η τελευταία ματιά της κομψής κυρίας έκανε τον Τέλη να κουλουριαστεί τόσο πολύ που στο τέλος δεν μπορούσες να διακρίνεις αν ήταν άνθρωπος ή ένα κουβάρι παλιόρουχα.
            Όταν κατάλαβε ότι πλέον είχε απομακρυνθεί, ξεκουβαριάστηκε. Άγγιξε το μάγουλο που τον είχε φιλήσει η μικρή Μαρία και ένιωσε το αίμα του ζεστό να ρέει στις φλέβες του και να ανεβαίνει στο πρόσωπό του.
«Με φίλησε; Στ’ αλήθεια;», ρώτησε τον εαυτό του γεμάτος απορία. Βάδισε μέχρι το καταφύγιο του, με το μυαλό του ακόμα θολό από τα απρόσμενα γεγονότα και τα πρωτόγνωρα συναισθήματα. Άρχισε να κόβει μικρά κομμάτια από το λαχταριστό καρβέλι. Ποτέ κανένας δεν του είχε δώσει ένα τόσο φρέσκο καρβέλι ψωμί. Μόνο κάτι ξεροκόμματα του πετούσαν φορές-φορές ή πήγαινε και ζητούσε από τα περισσεύματα των εστιατορίων. Κοίταξε τα ισχνά, μελανιασμένα από το κρύο χέρια του. Τώρα κανονικά θα έπρεπε να είναι χαρούμενος. Όμως η εγκαρδιότητα και η ευγένεια του κοριτσιού τον έκαναν πιο σκεπτικό από πριν. Οι σκέψεις του στράφηκαν σε όλους εκείνους που ζουν το ίδιο όπως και εκείνος. Δεν θα πρέπει να αισθάνεται χαρούμενος όταν υπάρχουν γύρω του ακόμα άνθρωποι που υποφέρουν. Συνέχισε να κόβει κομμάτια από το καρβέλι και να τα μασουλάει ανόρεκτα και μηχανικά. Από κείνη τη στιγμή και για ώρες παρέμεινε σιωπηλός. Ακόμα και οι σκέψεις του, και η παράξενη εκείνη φωνή που ξεπεταγόταν φορές-φορές μέσα απ’ το κεφάλι του.
            Η βροχή είχε πάψει από ώρα να πέφτει και ένας λαμπερός ήλιος είχε κάνει την εμφάνισή του στον ορίζοντα. Κόντευε απόγευμα. Ο Τέλης βγήκε από τη μικρή τρύπα που τον προστάτευε από την ανελέητη μανία του καιρού και κατηφόρισε τον σχεδόν έρημο δρόμο. Πόσο παράξενη του φαινόταν αυτή η ερημιά. Λίγες ώρες νωρίτερα και με την βροχή να πέφτει ασταμάτητα, όλοι ήταν στους δρόμους και τώρα δεν υπάρχει σχεδόν κανείς να απολαύσει τη θέρμη του δεκεμβριανού ήλιου. Άρχισε να τρέχει, να τρέχει γρήγορα. Στο μυαλό του δεν υπήρχε προορισμός. Λαχάνιασε και σταμάτησε. Ο παφλασμός των κυμάτων που χτυπούσαν λυσσασμένα πάνω στα βράχια, τον έκαναν να στρέψει την ματιά του στο βαθύ νερό.
«Όλα γύρω μας είναι μαύρα», ακούστηκε μια ήρεμη φωνή. Κοίταξε γύρω του και εντόπισε έναν νεαρό άνδρα να κάθεται στα βράχια. Ο νέος είχε το πιο όμορφο και πράο πρόσωπο που είχε δει ποτέ ο Τέλης. Όλη η όψη του πρόδιδε ηρεμία και θέρμη, σαν τα ηλιόλουστα ανοιξιάτικα πρωινά. Το δέρμα του ήταν ανοιχτόχρωμο και τα σγουρά μαλλιά του κατάμαυρα σαν μελάνι. Τα σκούρα μάτια του περιστοιχισμένα από μακριές καμπυλωτές βλεφαρίδες. Τα χείλη του σχημάτιζαν ένα αμυδρό, ευγενικό χαμόγελο και ένα ελαφρύ κοκκίνισμα κάλυπτε τα μάγουλά του ως τους κροτάφους. Ήταν λεπτός και καλοσχηματισμένος, με δάχτυλα λιγνά και μακριά, σαν τα δάχτυλα ενός πιανίστα.  Οι κινήσεις του ήταν αβρές.
«Καλησπέρα, Τέλη», του είπε χαμογελώντας. Η φωνή του απαλή και μελωδική. «Έλα, κάθισε κοντά μου», τον παρότρυνε δείχνοντας του τον λείο βράχο δίπλα του.
«Καλησπέρα σας», αποκρίθηκε ο Τέλης ψιθυριστά, κοιτώντας παραξενεμένος τον νεαρό άνδρα.
«Είμαι πράγματι τόσο τυχερός σήμερα;», ρώτησε νοερά τον εαυτό του. «Είναι ο δεύτερος άνθρωπος που μου μιλάει σήμερα».
«Υπάρχει ένας απλός τρόπος για να πάψεις να υποφέρεις, Τέλη».
Ο Τέλης δεν μίλησε.
«Ξέρεις για τι πράγμα μιλάω, έτσι δεν είναι;», συνέχισε με το ίδιο απαλό χρώμα στη φωνή του.
Αυτή η φορά ήταν η σειρά του Τέλη να χαμογελάσει. «Ναι, πως δεν ξέρω;», είπε με λαχτάρα. «Αλλά δεν θα καταφέρω ποτέ να πάρω αυτόν τον δρόμο».
«Μα ακριβώς γι αυτό είσαι ευλογημένος», συμπέρανε ο άνδρας.
«Ναι», είπε απλά ο Τέλης.
Το όμορφο πρόσωπο του νεαρού άνδρα σκοτείνιασε.
«Δεν βλέπεις πώς σου συμπεριφέρεται ο κόσμος, παιδί μου;»
Ο Τέλης γέλασε εγκάρδια.
«Κύριε, φυσικά και του βλέπω. Δεν είμαι τυφλός. Όσο και αν προσπαθώ, δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια μου στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Τα βλέπω όλα. Τα νιώθω όλα. Με βλέπουν σαν μια μαύρη, σκοτεινή σκιά. Σαν λεκέ στην καθαρή κοινωνία που θεωρούν πως έχουν. Μόνο που δεν μπορούν να δουν πως όλος ο κόσμος γύρω τους είναι και αυτός τόσο σκοτεινός, τόσο μαύρος και τόσο λερωμένος εξαιτίας τους. Με πέταξαν, με έσπρωξαν, μου φώναξαν, με γέλασαν και τόσα ακόμα…». Τα λόγια του αγοριού εκείνη τη στιγμή δεν συμβάδιζαν με τίποτα με την ηλικία του. Σαν να είχε μεγαλώσει απότομα. Κάρφωσε το βλέμμα του στην φουρτουνιασμένη θάλασσα.
«Μα δεν μπορώ να τους μισήσω, ούτε να τους κατηγορήσω γι αυτό που έγινα. Ούτε εγώ φταίω γι αυτό. Δεν μπορώ να τους ρίξω πέτρες όπως έκαναν εκείνοι σε μένα. Μπορώ μόνο να προσευχηθώ γι αυτούς να είναι ευλογημένοι και να συγχωρεθούν τα λάθη τους. Το μίσος δεν φέρνει ειρήνη και γαλήνη στη ζωή παρά μόνο σκοτάδι. Ξέρω ότι είναι τόσο δύσκολο αυτό, αλλά ποιος είπε ότι θα ήταν εύκολο; Ο δρόμος της αρετής είναι δύσκολος. Έτσι δεν λένε; Δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο. Έχω πίστη».
Ο νεαρός άνδρας άκουγε έκπληκτος τα λόγια του μικρού συνομιλητή του. Κάτι πήγε να πει όμως ο Τέλης συνέχισε επιτόπου.
«Σήμερα ένα κορίτσι με πλησίασε και σκούπισε τα δάκρυά μου!», είπε ενθουσιασμένος. «Μου έδωσε ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί και με φίλησε τρυφερά». Άγγιξε το πρόσωπό του στο σημείο που τον είχε φιλήσει η μικρή και κοκκίνισε. «Αυτός ο κόσμος δεν είναι τόσο άσχημος τελικά! Ήταν σαν άγγελος. Ο άγγελός μου!»
Ο νέος γύρισε σκεπτικός προς το μικρό αγόρι. «Ήταν κάποτε ένα κορίτσι που κρατούσε ένα χρυσό κουτί», ξεκίνησε και τα μάτια του καρφώθηκαν στου μικρού. «Είτε από απερισκεψία, είτε από περιέργεια –κανείς δεν ξέρει- άνοιξε αυτό το κουτί και σκόρπισε στην πλάση όλα τα δεινά. Όταν κατάλαβε τι έκανε και μπόρεσε να το κλείσει, το μόνο πράγμα που είχε απομείνει μέσα στο κουτί ήταν…».
«Η ελπίδα», συμπλήρωσε ο Τέλης.
«Ακριβώς», αποκρίθηκε ο άνδρας χαμογελώντας. «Πλάσματα όπως εσύ κρατάτε αναμμένη την φλόγα της ελπίδας. Και αν τώρα όλοι αυτοί συμπεριφέρονται σαν να είναι πάνω από σένα, η αλήθεια είναι πως κάνουν λάθος. Λες πως είσαι σκιά». Γέλασε ήσυχα. «Όλοι σκιές είμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Και όταν θα έρθει η ώρα εκείνη, καθένας από εμάς θα σκορπίσει και θα γίνει σκόνη. Η γη θα διεκδικήσει όλα όσα της ανήκουν, δηλαδή εμάς. Και τότε όλοι θα είμαστε ίσοι απέναντί της».
Ο Τέλης δεν κοιτούσε τον άνδρα όσο μιλούσε, αλλά τα λόγια αυτά τον έκαναν να χαμογελάσει ξανά. Ένιωσε ένα ζεστό χέρι να χαϊδεύει τα μαλλιά του. Έμειναν και οι δυο σιωπηλοί για πολλή ώρα.
Ένας δυνατός άνεμος σηκώθηκε ξαφνικά. Περιέργως, δεν αισθανόταν καθόλου κρύο. Γύρισε προς τον άνδρα να τον ρωτήσει αν αισθανόταν εκείνος κρύο, μα είχε εξαφανιστεί. Έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό και η απορία του λύθηκε.




Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Η συνάντηση



                Ο σερβιτόρος για πέμπτη φορά περνούσε νευρικά από μπροστά μου,  κουνώντας το κεφάλι του. Το κερί πάνω στο τραπέζι μου είχε πλέον καεί και η φλόγα τρεμόσβηνε. Το μέχρι πριν από δύο ώρες πολύβουο καφέ είχε τώρα σχεδόν σιωπήσει, καθώς η ώρα του κλεισίματος πλησίαζε. Κοίταξα το ρολόι μου. Με είχε στήσει. Μπα, όχι, δεν με ενόχλησε. Ο ήχος της βροχής που σιγά σιγά δυνάμωνε, μπερδευόταν τώρα με την απαλή μουσική που ακουγόταν από τα ηχεία του μαγαζιού. Άφησα καλό φιλοδώρημα στον σερβιτόρο που μάταια τόση ώρα περίμενε να του δώσω την παραγγελία μου και βγήκα από το μαγαζί. Ο νυχτερινός αέρας ήταν δροσερός εξαιτίας της βροχής και τα φώτα του δρόμου σε συνδυασμό μαζί της, έκαναν τον δρόμο να γυαλίζει. Είναι το είδος αυτό της βροχής που κάνει τα πάντα γύρω σου να λαμπυρίζουν.
                Η βροχή άρχισε να μουσκεύει τα ρούχα μου. Ένα ρεύμα αέρα φέρνει στα ρουθούνια μου το άρωμα της βανίλιας ανακατεμένο με αυτό των Marlboro. Αναπολώ.   Αρνούμαι. «Δεν μπορεί», λέω στον εαυτό μου. Αρχίζω να λέω το όνομά σου πριν καν γυρίσω το πρόσωπό μου. 
                «Η ζωή έχει πράγματι χιούμορ… ένα ανέκδοτο, ε;», μου λες χαμογελώντας καθώς βαδίζεις προς το μέρος μου.
                «Μόνο που δεν φαίνεται να καταλαβαίνω το καλύτερο κομμάτι του», σου απάντησα ανέκφραστα κουνώντας το κεφάλι μου.
Μου χαμογέλασες ξανά. Έκανα νόημα στο ταξί που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά μας.
«Ω, Θεέ μου, φαίνεσαι τόσο διαφορετική από την τελευταία φορά που σε είδα», ήθελα να σου φωνάξω. Όμως σιώπησα. Τα άλλοτε κατακόκκινα μακριά μαλλιά σου είχαν δώσει τώρα την θέση τους σε ένα αυστηρό μαύρο καρέ. Ακόμα θυμάμαι την ένταση με την οποία και τα ίδια μου έλεγαν τόσο σκληρά το αντίο, καθώς πετούσες με μανία τα πράγματά μου στο πεζοδρόμιο. Κούνησα το κεφάλι μου δυο τρεις φορές για να διώξω τις πικρές και ανώφελες σκέψεις μου. Τι σημασία έχει πια; Έχει περάσει άλλωστε τόσος καιρός από τότε…
                Το ταξί σταμάτησε μπροστά μας. Άνοιξα την πόρτα για σένα. Δεν έπρεπε, μα το έκανα. «Τι σ’ έπιασε;», ρωτούσα σιωπηλά τον εαυτό μου. «Την έχεις ξεπεράσει πια. Το έχεις δηλώσει», συνέχιζε η φωνή μέσα μου. Με πλησίασες και στάθηκες μπροστά μου πριν μπεις. Άρχισες να φτιάχνεις τον γιακά από το πουκάμισό μου. Πάντα το έκανες. Δεν με κοιτούσες. Έμεινα ακίνητος ώσπου να τελειώσεις την διαδικασία. Δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Ή μήπως δεν ήθελα; Αφέθηκα σαν παιδί στην φροντίδα σου. Όλη αυτή την ώρα ένιωθα τη μυρωδιά από τα τσιγάρα στα δάχτυλά σου. Στο τέλος χαμογέλασες ευχαριστημένη γι’ αυτό που είχες καταφέρει και μπήκες στο εσωτερικό του ταξί. Σε ακολούθησα χωρίς να πω τίποτα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κοιτούσες σιωπηλή  έξω από το παράθυρο τις σταγόνες της βροχής που κυλούσαν βιαστικά στο τζάμι. Είπα στον οδηγό να κάνει ένα γύρο το τετράγωνο.
                Στο άκουσμα της φωνής μου γύρισες επιτέλους να με κοιτάξεις. Δάγκωσες τα χείλη σου. «Ω, μη το κάνεις αυτό…», έλεγα από μέσα μου. Και πριν προλάβω να συνέλθω από την ταραχή που μου προκαλούσε πάντα η κίνησή σου αυτή, με φίλησες. Με φίλησες έντονα. Σε φίλησα και εγώ. Ακόμα πιο έντονα. Σταμάτησες ξαφνικά, όσο ξαφνικά ξεκίνησες. Με κοίταξες. Σε κοιτούσα και εγώ. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσουμε πως αφήσαμε να γίνει αυτό. Ξέραμε και οι δυο γιατί και ας μην το ομολογούσαμε.
                «Συνήθιζες να το κάνεις μόνο όταν ήσουν ενθουσιασμένος ή τρομοκρατημένος», μου είπες χαμογελώντας καθώς παρατήρησες πως ακόμα ξύνω με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τον αριστερό μου κρόταφο. Σιωπή.
«Τι από τα δύο συμβαίνει απόψε, Παύλο;»
«Πόσο υπέροχα ηχούσε το όνομά μου, καθώς έβγαινε από τα κατακόκκινα χείλη σου», ακούστηκε πάλι η φωνή μέσα μου.
«Και τα δύο», απάντησα τελικά.
                Το ταξί παίρνει μια στροφή, φέρνοντάς σε πιο κοντά μου. Δεν φαίνεται να σε πειράζει.
« Δεν τον ενοχλεί που είσαι έξω;», ρώτησα με φωνή που μόλις και μετά βίας βγήκε από τα τρεμάμενα χείλη μου.
«Δεν είναι της παρούσης», απάντησες σκύβοντας το κεφάλι.
«Συγνώμη», απολογήθηκα.
                Το ταξί παίρνει δεύτερη στροφή. Πάλι το σώμα σου πέφτει πάνω στο δικό μου. Νιώθω τ’ άρωμά σου.
                «Μπορούμε να το ξανακάνουμε», ψιθύρισες.
Σιωπή ξανά. Έστρεψες το βλέμμα σου προς εμένα. Στο αχνό φως που έμπαινε από τα παράθυρα του ταξί, μπόρεσα να διακρίνω το πράσινο των ματιών σου.
Η φωνή σου ακούστηκε ξανά.
                «Πάντα πίστευα ότι υπάρχει μια αόρατη κλωστή που μας δένει και μέσω αυτής περνάνε όλα τα συναισθήματα από τον έναν στον άλλον. Έτσι μπορούμε και νιώθουμε με αυτόν τον ακατανόητο τρόπο ο ένας τον άλλον. Πάντα μας έδενε, μα ήταν μπλεγμένη. Και όταν γνωριστήκαμε, ξέμπλεξε, ήρθε σε ευθεία και έτσι περνούν ανενόχλητα τα συναισθήματα. Και δίνουμε έτσι ζωή ο ένας στον άλλον. Σαν τον ομφάλιο λώρο που δένει το παιδί με την μάνα του. Και από εκεί περνάνε όλα: η τροφή, το οξυγόνο, το αίμα, η αγάπη. Όλα όσα χρειάζεται για να είναι καλά και να αναπτυχθεί σωστά.  Κάπως έτσι πιστεύω πως είμαστε και εμείς».
«Είμαστε τόσο διαφορετικοί τώρα», ακούγεται η φωνή μέσα μου και με αποτρέπει να απαντήσω και να πω αυτό που λαχταρούσα.
«Μου έλειψες», ακούστηκες ξανά.
«Και εσύ μου έλειψες», απάντησα δίχως δισταγμό. Αμέσως, σαν να το περίμενα αυτό που άκουσα.
                Το ταξί παίρνει τρίτη στροφή, χτυπώντας στο κράσπεδο.
«Όλα αυτά που λες, τα νιώθω και εγώ. Όλα τα συναισθήματα που έλεγες πως νιώθεις και εσύ για μένα. Πόσα βράδια… αχ πόσα βράδια να ‘ξερες… ήθελα να έρθω εκεί, κοντά σου, να σε αγκαλιάσω σφιχτά. Να σε χαϊδεύω μέχρι το πρωί. Εγώ να μην κοιμηθώ καθόλου. Καθόλου, τ’ ακούς; Εγώ απλά τότε θα ήμουν ευτυχισμένος. Και ναι, λοιπόν, μου βγαίνει η αγάπη. Μου βγαίνει να  σου λέω «σ’ αγαπώ». Μου βγήκε από μόνο του πολύ καιρό πριν. Όταν ακόμα δεν το λέγαμε, δεν το γράφαμε. Το έγραφε μόνο του το χέρι μου. Μόλις το έβλεπα απλά το έσβηνα. Πίστευα ότι δεν πρέπει να στο πω. Πολύ καιρό πριν. Σ’ αγαπάω, λοιπόν… Και πολύ μάλιστα! Τ’ ακούς, κοριτσάκι μου; Σ’ αγαπάω πολύ!».
                «Όμως είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι τώρα…» απάντησες χωρίς να με κοιτάξεις.
                Διάβασες τη σκέψη μου… πώς; Μα τι ρωτάω; Εμείς πάντα το κάναμε. Μαζί όλα. Ταυτόχρονα. Ακόμα και τις σκέψεις.
Οι σκιές των σταγόνων που κατρακυλούσαν στο τζάμι, φαίνονταν σαν δάκρυα πάνω στο πρόσωπό σου. Ταίριαζαν στην έκφραση που είχε τώρα.  
                «Ναι, φυσικά», μπόρεσα να πω μόνο. Προσπαθούσα να κρύψω την αναστάτωση που μου προκάλεσαν τα τελευταία λόγια σου.
Το ταξί παίρνει την τελευταία του στροφή. Έγειρες το κεφάλι σου στο στήθος μου.
«Μακάρι να μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω και…»
«Δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Δεν υπάρχει παρελθόν», με διέκοψες απότομα. « Κοιτάμε μόνο μπροστά, αλλιώς θα κάνουμε φαύλους κύκλους».
                Ο οδηγός του ταξί σταμάτησε μπροστά από την είσοδο του καφέ. Ακριβώς στο σημείο απ’ όπου μας πήρε.
                Έψαξα για το πόμολο. Έψαξες για το χέρι μου.