oncontextmenu='return false;'

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Για τα 70 χρόνια.








Το καλοκαίρι συνεργάστηκα με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βρυσσών-Καρδακίου, Ρεθύμνου και οργανώσαμε μια τελετή μνήμης για τους πεσόντες στα χωριά του Κέντρους. Με αφορμή την τελετή εκείνη έγραψα το εξής κείμενο: 




Αν και δεν κατάγομαι από το Ρέθυμνο και την Κρήτη, παρόλα αυτά ήταν τιμή μου που φέτος συνεργάστηκα με τον Πολιτιστικό σύλλογο Βρυσσών-Καρδακίου καθώς και με όλα τα παιδιά που τον απαρτίζουν, δημιουργώντας αυτή την τόσο όμορφη και συγκινητική τελετή μνήμης. Προέρχομαι (κατά την μισή μου πλευρά) από ένα ακόμη Ελληνικό χωριό που στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 λίγους μόλις μήνες πριν το ολοκαύτωμα των χωριών του Κέντρους, έζησε και αυτό την αγριότητα και την ωμότητα των Γερμανών. Το χωριό αυτό είναι τα Καλάβρυτα. Αν και δεν σκόπευα να αναφερθώ στις υλικές ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν ύστερα από το κάψιμο 1000 περίπου σπιτιών σε 50 και βάλε χωριά του νομού, παρόλα αυτά θα το κάνω εξηγώντας τον λόγο παρακάτω.
Η αιτία και εδώ ήταν τα αντίποινα. Αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη, καθώς η επιχείρηση «Καλάβρυτα», όπως ονομάστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα, στήθηκε ως «τιμωρία» των Ανταρτών για την δολοφονία 77 αιχμάλωτων Γερμανών στρατιωτών και κατέληξε στην άνανδρη και εν ψυχρώ δολοφονία του άμαχου πληθυσμού κάνοντάς την, σύμφωνα με τους Ιστορικούς , την « πιο βαριά περίπτωση πολεμικού εγκλήματος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου». Υπολογίστηκε ότι εκτελέστηκαν περισσότερα από 700 άτομα (άνδρες) ηλικίας από 14 ετών και πάνω.
Ο λόγος που αναφέρω τις υλικές ζημιές είναι καθώς τα φλεγόμενα σπίτια δεν είχαν εκκενωθεί. Κάποιοι από τους κατοίκους τους δεν πρόλαβαν να τα εγκαταλείψουν, με αποτέλεσμα τον θάνατο τους μέσα σε αυτά («Το 1946, ο Κ. Α. Δοξιάδης δημοσίευσε χάρτη των Καλαβρύτων ο οποίος είχε καταρτιστεί πριν την καταστροφή, απ' όπου προκύπτει ότι υπήρχαν 400 περίπου κτίρια, από τα οποία σώθηκε ποσοστό μικρότερο του 10%»). Μέσα σε αυτούς που βρήκαν μαρτυρικό θάνατο ήταν και ο προπάππους μου, ο πατέρας του παππού μου, ο οποίος όντας σε μεγάλη πλέον ηλικία και κατάκοιτος, δεν πρόλαβε να βγει από το σπίτι του και πέθανε μέσα σε αυτό αβοήθητος, μιας που ο παππούς μου κάπου πολεμούσε…
Φέτος, λοιπόν, συμπληρώνονται 70 χρόνια από την αποφράδα εκείνη ημέρα. Όπως και στα χωριά του Κέδρους, έτσι και στα Καλάβρυτα αν και έχει αναγνωριστεί από το Γερμανικό κράτος η βαναυσότητα των ναζιστών, παρόλα αυτά καμιά αποζημίωση δεν έχει καταβληθεί. Στα Καλάβρυτα, όπως και σε κάθε μαρτυρικό χωριό της Ελλάδας, έχει στηθεί μνημείο πεσόντων, ένας αιώνιος σηματοδότης πένθους, που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και φυσικά κανέναν να ξεχάσει...

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Βράδυ αναμνήσεων.



Εκείνο το βράδυ το ολόγιομο φεγγάρι μεσουρανούσε περήφανο, σκορπίζοντας αμείλικτα το φως του στην πλάση, φωτίζοντας τις άλλοτε σκοτεινές γωνιές και τα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης. Η ώρα ήταν περασμένη, ο κόσμος είχε πλέον παραδοθεί στην γλυκιά αγκάλη του Μορφέα και οι απαλοί ήχοι της νύχτας έντυναν απ’ άκρη σ’ άκρη την πόλη. Το ελαφρύ, δροσερό αεράκι που φυσούσε –τα μελτέμια του Αυγούστου βλέπεις-ανάδευε ρυθμικά τις φυλλωσιές των δέντρων καθώς περνούσε ανάμεσά τους, σιγοψιθυρίζοντας τους έναν μελαγχολικό σκοπό. Ο ύπνος για ένα ακόμη βράδυ δεν έλεγε να την επισκεφτεί. Και έτσι, με το σάλι της να καλύπτει πρόχειρα τους γυμνούς της ώμους, βγήκε από το σπίτι της και κατηφόρισε ξανά το μακρύ πλακόστρωτο στενό για να φτάσει εν τέλη στην ήσυχη ακρογιαλιά της πόλης. Τα μαλλιά της, που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, ριγμένα όπως πάντα στους ώμους, άλλοτε ανέμιζαν ακαθόριστα και άλλοτε πάλι τυλίγονταν γύρω από τον λαιμό της. Ο φρέσκος αέρας που φυσούσε ανακατεμένος με την αλμύρα της θάλασσας, χτυπούσε στο πρόσωπό της χαρίζοντάς της φρεσκάδα. Περπάτησε μέχρι το τέλος του δρόμου και κοντοστάθηκε εκεί μαγεμένη από το θέαμα που αντίκριζε. Πράγματι η αυγουστιάτικη πανσέληνος σε μαγεύει. Έχει μια δύναμη αλλιώτικη, μυστική, που σε μαγνητίζει. Η γαλήνια ακρογιαλιά απλωνόταν μπροστά της, λουσμένη από το φως του φεγγαριού. Στο βάθος, πάνω σ’ αυτή τη χρυσοκίτρινη λωρίδα φωτός έπλεε νωχελικά ένα ψαροκάικο. Ήταν η ώρα του μεροκάματου. Κάθισε στο παγκάκι που βρισκόταν λίγα μέτρα μπροστά της. Το αμυδρό φως που έριχνε πάνω του η λάμπα του δρόμου, την βοήθησε να διακρίνει αυτό που ήταν χαραγμένο: «Θα σ’ αγαπάω πάντα». Τέσσερις λέξεις ήταν αρκετές για να της φέρουν στο μυαλό όλα αυτά που χρόνια τώρα είχε θάψει στα πιο βαθιά μονοπάτια του μυαλού της. Όλες οι μύχιες σκέψεις τις μεμιάς ξεχύθηκαν στην επιφάνεια κάνοντας το πρώτο δάκρυ να κυλίσει.
Δεν θα ξεχάσει ποτέ την μέρα που τον γνώρισε. Ήταν Αύγουστος και τότε και το νησί είχε κατακλυστεί από κόσμο. Είχε κατέβει στο λιμάνι να πάρει τη θεία της, που είχε έρθει από την Αμερική και αφού είχε περάσει κάποιες μέρες στην Αθήνα, αποφάσισε να κατέβει στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Πάνω στον ενθουσιασμό της δεν πρόσεξε τον νεαρό άντρα που στεκόταν πιο δίπλα και την κοιτούσε με ιδιαίτερο θαυμασμό. Και όταν ξαφνικά τον είδε, σαν να εξαφανίστηκε ο κόσμος από γύρω της. Τα φωτεινά γαλάζια μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του. Η 17 Απρίλιδων καρδιά της σκίρτησε τόσο αναπάντεχα που φοβήθηκε πως θα έβγαινε έξω από το στήθος της.
-«Μάρκος», της συστήθηκε.
-«Σοφία», του απάντησε χαρίζοντάς του το πιο πλατύ χαμόγελό της.
          Το ειδύλλιο τους δεν άργησε να ξεκινήσει. Σε κάθε ευκαιρία τον συναντούσε. Ζούσαν την κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία. Γέλια, βλέμματα, αγκαλιές, φιλιά. Τα βράδια το έσκαγε από το σπίτι της και τον συναντούσε στο παλιό λιμάνι. Καθόντουσαν στην ακρογιαλιά και στην ήρεμη επιφάνεια του νερού βλέπανε τα αστέρια να καθρεφτίζονται και ένοιωθαν πως βρίσκονται κάπου ανάμεσά τους. Τον αγάπησε με πάθος, πίστεψε πως τον κατέκτησε. Το ίδιο πίστεψε και για εκείνον, αν και ποτέ δεν της το είπε.
«Μπορώ να σε κρατάω στην αγκαλιά μου όλη την ημέρα, ακούγοντας μονάχα τους παλμούς της καρδιάς σου» του είπε σε μια από τις συναντήσεις τους.
Το καλοκαίρι έφυγε και πήρε μαζί του και εκείνον. Θα έγραφαν όμως γράμματα, για να κρατήσουν επαφή. Άντεξαν τον Σεπτέμβρη. Άντεξαν και τον Οκτώβρη. Τον Νοέμβρη τα γράμματα αραίωσαν αισθητά, μα σαν ήρθε ο Δεκέμβρης, έφερε μαζί του γράμματα με τις πιο ζεστές ευχές και με την υπόσχεση για γρήγορη αντάμωση. Στις 28 του Φλεβάρη έλαβε το τελευταίο γράμμα του. Μια μέρα ακόμα και θα έμπαινε η άνοιξη, μα στην καρδιά της φώλιασε η βαρυχειμωνιά. Στο γράμμα ήταν ξεκάθαρος. Για εκείνον ήταν απλά μια όμορφη καλοκαιρινή ιστορία. Και για να παραμείνει για πάντα όμορφη και ανεξίτηλα χαραγμένη στην μνήμη του, θα έπρεπε να μπει ένα τέλος. Όσο σκληρό και αν ήταν. Κάποιοι άνθρωποι φοβούνται την φθορά που προκαλεί ο χρόνος.
Ποτέ δεν έπαψε να τον περιμένει, ποτέ δεν έπαψε να τον ζητά, ποτέ δεν έπαψε να είναι σίγουρη πως αυτός ο άντρας είναι ό,τι ονειρεύτηκε πριν το ονειρευτεί.

Η λάμπα του δρόμου έσβησε. Το βαθύ μπλε του ουρανού σιγά-σιγά ξεθώριαζε καθώς χάραζε η καινούρια μέρα. Άλλη μια μέρα που θα τον καρτερεί…

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Λίγο νερό,βιταμίνες: οι τελετουργίες δημιουργίας των συγγραφέων.



Δεν πρόκειται για έμπνευση, πρόκειται για πολλή δουλειά: οι συνήθειες αγαπημένων συγγραφέων πριν «αρχίσουν να ονειρεύονται».


Πηγή: www.lifo.gr





«Οι λέξεις τυφλώνουν και εξαπατούν επειδή εκφράζονται από το πρόσωπο, αλλά οι μαύρες λέξεις πάνω σε μια λευκή σελίδα είναι ξεγυμνωμένη ψυχή». (Guy de Maupassant).   Η μυθολογία θέλει τον συγγραφέα ως ένα αλλοπαρμένο πλάσμα που ζει στη δική του σφαίρα, μονίμως αφηρημένο, έτοιμο να πεταχτεί για να σημειώσει κάτι σε μια χαρτοπετσέτα, ή που κοιμάται με ένα σημειωματάριο κάτω από το μαξιλάρι του.   Η συγγραφή όμως είναι δουλειά, και μάλιστα σκληρή. Χρειάζεται χρόνο, επιμονή και πολλή προσπάθεια. Οι συγγραφείς είναι οι πρώτοι που αμφισβητούν το έργο τους, πολύ πριν φτάσει στα μάτια άλλων – κάθε μέρα πρέπει να ακούν την κριτική του εαυτού τους και να μην συντρίβονται κάτω από το βάρος της.   Οι μικρές τελετουργίες των συγγραφέων, καλλιτεχνών και άλλων δημιουργικών ανθρώπων συναρπάζουν τον Mason Currey, ο οποίος τις μάζευε στο μπλογκ του με τίτλο «Daily Routines». Το μπλογκ αγαπήθηκε και έγινε βιβλίο, το Daily Rituals: how artists work.   Από αυτό το βιβλίο, δύο πολύ εντυπωσιακές μαρτυρίες, που δείχνουν τον τρόπο λειτουργίας δύο διαφορετικών μυαλών: του Stephen King και του Paul Auster.



Stephen King




«Υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που κάνω όταν κάθομαι να γράψω. Έχω ένα ποτήρι νερό ή ένα φλιτζάνι τσάι. Υπάρχει συγκεκριμένη ώρα που κάθομαι να γράψω, από τις 8.00 μέχρι τις 8.30, κάπου μέσα σ' αυτό το μισάωρο του πρωινού. Παίρνω τις βιταμίνες μου και βάζω τη μουσική μου, κάθομαι στο ίδιο κάθισμα, και τα χαρτιά είναι τακτοποιημένα στα ίδια σημεία. Ο συνολικός σκοπός του να κάνω τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο κάθε μέρα μοιάζει να είναι ένας τρόπος για να πω στο μυαλό μου, σε λίγο θα αρχίσεις να ονειρεύεσαι. Δεν είναι διαφορετικό από την προετοιμασία του ύπνου. Πηγαίνεις για ύπνο με διαφορετικό τρόπο κάθε μέρα; Κοιμάσαι στην ίδια πλευρά του κρεβατιού; Εννοώ, πλένω τα δόντια μου, πλένω τα χέρια μου. Γιατί πλένει κανείς τα χέρια του πριν πέσει για ύπνο; Δεν ξέρω. Και τα μαξιλάρια πρέπει να είναι σε συγκεκριμένες θέσεις. Η ανοιχτή πλευρά της μαξιλαροθήκης πρέπει να κοιτάει προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού. Δεν ξέρω γιατί.» 





Paul Auster




«Για μένα το γράψιμο είναι σωματικό. Έχω πάντα την αίσθηση ότι οι λέξεις βγαίνουν από το σώμα μου, όχι απλώς από το μυαλό μου. Γράφω στο χέρι, και το στυλό σκαλίζει τις λέξεις πάνω στο χαρτί. Μπορώ ακόμη και να ακούσω τις λέξεις που γράφονται. Έτσι η προσπάθεια που κάνω όταν γράφω πρόζα είναι να φτιάξω προτάσεις που συλλαμβάνουν τη μουσική που ακούω στο κεφάλι μου. Χρειάζεται πολλή δουλειά, γράψιμο, γράψιμο, και διορθώσεις για να γίνει η μουσική ακριβώς όπως θέλεις να είναι. Αυτή η μουσική είναι μια σωματική ώθηση. Όχι μόνο γράφεις βιβλία σωματικά, αλλά τα διαβάζεις επίσης σωματικά. Υπάρχει κάτι στο ρυθμό της γλώσσας που ανταποκρίνεται στο ρυθμό των σωμάτων μας. Ο προσεκτικός αναγνώστης βρίσκει στα βιβλία νοήματα που δεν περιγράφονται, τα βρίσκει στο σώμα του ή στο σώμα της. Νομίζω αυτό είναι που τόσοι πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν στη λογοτεχνία. Είναι τόσο συνηθισμένοι να διαβάζουν δημοσιογραφία – χοντροειδείς, λειτουργικές προτάσεις που μεταφέρουν πληροφορίες – στοιχεία, μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων.» 






Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Είναι και εκείνα τα χαράματα...


   



     Φωτογραφία: Βαγγέλης Ξένος.
     Τίτλος: Φθινόπωρο στο Βόλο.






Είναι και εκείνα τα χαράματα που ο ουράνιος θόλος γεμίζει από κάθε λογής χρώματα, με μεταξένια υφή, και με τα σύννεφα να κρέμονται θαρρείς σαν από μια κλωστή που λίγο να τεντώσεις το χέρι σου και μπορείς να τα κλείσεις στην παλάμη σου. Με εκείνο το αεράκι που μπαίνει δειλά από το  ανοιχτό ακόμα παράθυρο, μιας που το δικό μας φθινόπωρο είναι ένα μικρό καλοκαίρι, και τρυπώνει κάτω από το σεντόνι που σκεπάζει απαλά τα δύο σώματα που ξεκουράζονται ύστερα από τη ζάλη που τους προκάλεσε η βραδινή τους ένωση. Είναι εκείνα τα χαράματα, που σηκώνεσαι από το κρεβάτι και ακροπατώντας στις μύτες των ποδιών σου-για να μην ξυπνήσεις τον σύντροφό σου-τραβάς την κουρτίνα, ανοίγεις το παράθυρο και βγαίνεις στο μπαλκόνι να απολαύσεις την μαγεία της φύσης. Γιατί αυτό είναι μαγεία. Τα απλά καθημερινά πράγματα όπως το ξημέρωμα, που βλέπεις τον ουρανό να ρίχνει ένα-ένα τα σκούρα πέπλα του και να βάφεται μαβής και ύστερα ροδαλός, ώσπου να ανατείλει για τα καλά ο ήλιος και να γεμίσει με το χρυσαφένιο του χρώμα την πλάση. Εκείνες οι ώρες του χαράματος, είναι οι ώρες του καθενός μας. Αφιερωμένες στον εαυτό μας και μόνο. Αράζεις  στην σεζλόνγκ και πλάθεις το δικό σου χάραμα. Νιώθεις γύρω σου την ησυχία, πριν την χαλάσουν οι φρενήρης ρυθμοί της καθημερινότητας. Είναι οι ώρες που αφήνεις ελεύθερο το νου και την σκέψη να ταξιδέψει. Είναι η ώρα που εκμυστηρεύεσαι στον εαυτό σου όλα όσα τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας αρνείσαι να πεις στους άλλους, από φόβο ίσως μη σε περάσουν για ονειροπόλο ή αλαφροΐσκιωτο. Εκείνες οι ώρες αρέσουν και σε εμένα. Πιάνω την πένα μου και ντύνω το λευκό χαρτί με όμορφες λέξεις, προσπαθώντας να εξωραΐσω  την μουντή πραγματικότητα, να βρεθώ στον κόσμο του ονείρου, όπως τα βράδια που κοιμάμαι. Γιατί στον κόσμο του ονείρου δεν υπάρχει θλίψη. Μα οι άνθρωποι έχουν πάψει από καιρό να ονειρεύονται. Και τότε πέφτει το πρώτο δάκρυ. Και μουσκεύει το χαρτί. Γιατί στα όνειρα δεν υπάρχουν ομπρέλες. Στρέφεις ψηλά το βλέμμα και υποδέχεσαι βουβά την πρώτη λυτρωτική σταγόνα. Και τότε θυμάσαι τι θα πει ελευθερία. Αλήθεια, το ΄χες ξεχάσει ποτέ; Η καινούρια μέρα ανατέλλει γοργά και έτσι σκορπάει για άλλη μια φορά το όνειρο, νικημένο από την πεζή πραγματικότητα. Μα πάντα αφήνει πίσω του μια δόση χρυσόσκονης να πλανάται στον αέρα. Εσύ και εγώ και όλοι μας δεν έχουμε παρά να πάρουμε ένα μπουκαλάκι και να την παγιδεύσουμε για πάντα εκεί...

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Η δύναμη της Αυγουστιάτικης πανσελήνου

 





Αν και χρόνια τώρα δηλώνω φύση και θέση αντιρομαντική, παρόλα αυτά κάθε που πλησιάζει η αυγουστιάτικη πανσέληνος έχω ένα παράξενο συναίσθημα. Νοιώθω αλλιώς.Σκέφτομαι αλλιώς. Έτσι,λοιπόν,απόψε στο νου μου μου ήρθε μια ιστοριούλα,ένα παραμύθι που είχα διαβάσει κάποτε και που μας έρχεται από το Περού.Σας το παραθέτω παρακάτω μαζί με το εξαιρετικό "Song from a Secret Garden" των Secret Garden : 


Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία, της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε :
«Τι είναι κρυφτό;»
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα- να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν:
Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
Ένα, δυο, τρία άρχισε να μετράει η Τρέλα
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.
Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στη σκιά του Θριάμβου ο οποίος με τη δύναμή του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη.
Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα, ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο γι` αυτόν.
Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.
Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί.
Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί…
1000… μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά.
Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία.
Ένιωσε το ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει κα τον Θρίαμβο.
Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.
Σιγά – σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.
Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δέντρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα…
Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου.
Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα, του είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.
Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει…


























Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Τι βράδυ και αυτό...



Το ρολόι του τοίχου σήμανε τρεις τα ξημερώματα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούρια μέρα και εκείνη για ακόμα ένα βράδυ θα έμενε άυπνη, προσπαθώντας να κατανοήσει όλα όσα συνέβησαν το τελευταίο διάστημα, να βάλει σε τάξη τις σκέψεις τις και να επαναπροσδιορίσει τη ζωή της. Μπορούσε άραγε;
Η αφόρητη ζέστη που είχε εκείνο το βράδυ, δυσκόλευε την κατάσταση ακόμα περισσότερο. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του διπλού κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι της, κοιτούσε αδιάφορα το ταβάνι. Τα μάτια της ακολουθούσαν τις λεπτές, πολύχρωμες γραμμές που σχηματίζονταν από τα παλλόμενα φώτα της φωτεινής επιγραφής του απέναντι μαγαζιού, να εμφανίζονται και να χάνονται ρυθμικά, να γλιστρούν στον τοίχο απέναντί της, να αγγίζουν την ασπρόμαυρη κορνίζα, δίνοντάς της μια στιγμιαία πολύχρωμη υπόσταση. Με μια απότομη και αποφασιστική κίνηση σηκώθηκε και ανακάθισε στο κρεβάτι, κρατώντας με τα χέρια τους αστραγάλους της. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της, πιασμένα αδέξια σε έναν χαλαρό κότσο, είχαν αρχίσει να πέφτουν πάνω στους γυμνούς της ώμους, δηλώνοντας την προσπάθειά της να καταφέρει να κοιμηθεί, αλλάζοντας συνεχώς τη στάση του σώματός της. Τα χέρια της ήταν ιδρωμένα, όπως ιδρωμένη ήταν και η ίδια, κάνοντας το ήδη εφαρμοστό, μαύρο,σατέν νυχτικό της να εφαρμόζει ακόμα περισσότερο στο καλοσχηματισμένο, λεπτό κορμί της, διαγράφοντας την κάθε του λεπτομέρεια. Ρίχνει μια ματιά στο κλιματιστικό του απέναντι τοίχου στα αριστερά της.
_-«Παλιόπραμα…», μουρμούρισε, «τώρα σου ήρθε να χαλάσεις;»
        Ξέροντας πλέον ότι δεν υπάρχει περίπτωση να την πάρει ο ύπνος, σηκώθηκε και μέσα στο μισοσκόταδο προχώρησε προς τον διάδρομο. Μια σειρά από φωτογραφίες σε διάφορα μεγέθη ήταν κρεμασμένες στον ροδακινί τοίχο, υπενθυμίζοντας της κάθε λεπτό το παρελθόν. Παρά τις συμβουλές των φίλων της να τις κατεβάσει, εκείνη δεν είχε ακόμη το κουράγιο να το κάνει, αν και στη θέα τους η πληγή μάτωνε ξανά.
        Προσπέρασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τον διάδρομο και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Άναψε το φως και ο χώρος γέμισε με άπλετο, πάλλευκο φως. Η καρδιά της όμως συνέχισε να βρίσκεται στο σκοτάδι. Αν και όχι πολύ μεγάλο, το μπάνιο ήταν όμορφα διακοσμημένο και το άρωμα του γιασεμιού που ανέδιδε το αρωματικό χώρου, έμπαινε απ’ τα ρουθούνια της και έφτανε μέχρι την καρδιά της πλημμυρίζοντας την φρεσκάδα.Πλησίασε την μπανιέρα, τοποθέτησε την τάπα στο σιφόνι και έστριψε τις βάνες αντίθετα από την φορά των δεικτών του ρολογιού, αφήνοντας άφθονο χλιαρό νερό να τρέξει και να γεμίσει την μπανιέρα. Στράφηκε προς τον μεγάλο καθρέπτη που βρισκόταν στα δεξιά της. Έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζει το είδωλό της, με τις παλάμες της να ακουμπούν στις δύο άκρες του πάγκου. Πλησίασε πιο κοντά στον καθρέπτη και συνέχισε να κοιτά επίμονα την μορφή της. Το πρόσωπό της ήταν φρέσκο και σφριγηλό και τίποτα δεν μαρτυρούσε την τόση ταλαιπωρία από τις αϋπνίες που την βασάνιζαν όλο αυτό το διάστημα. Θα μπορούσε να έχει αποκτήσει τους αποκρουστικούς, μαύρους κύκλους που έχουν όλοι όσοι καταπονούν το σώμα τους με καταχρήσεις, στρες και άστατη ζωή, μα για καλή της τύχη τα γονίδια της την βοήθησαν. Τα μάτια της, όμως, φανέρωναν την αλήθεια. Μια θλιμμένη γκριζογάλανη θάλασσα ένα κρύο κυριακάτικο πρωινό.
        Έξω από το μπάνιο, στα δεξιά, ήταν η σκάλα που οδηγούσε στο κάτω πάτωμα. Με αργά βήματα κατέβηκε ένα-ένα τα σκαλιά. Διέσχισε το σαλόνι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άναψε το φως και σκάλισε τα μπουκάλια που είχε στην άκρη του πάγκου μέσα σε ένα ξύλινο καλάθι. Έπιασε ένα μπουκάλι μαυροδάφνη. Πάντα της άρεσαν τα γλυκά κρασιά, αν και καμιά φορά της προκαλούσαν μια γλυκιά μέθη. Τράβηξε ένα ποτήρι του κρασιού και το ανοιχτήρι  έκλεισε το φως και ανέβηκε τις σκάλες. Όταν μπήκε ξανά στο μπάνιο, κοιτάζοντας την μπανιέρα διαπίστωσε ότι το νερό είχε φτάσει στο επιθυμητό ύψος και έστριψε τις βάνες προς την αντίθετη φορά. Ένα πολύ λεπτό ρυάκι συνέχισε να τρέχει από την βρύση μιας και οι σωληνώσεις είχαν κάποιο πρόβλημα, οπότε αναγκάστηκε να σφίξει πιο πολύ τις βάνες. Τρεις τελευταίες σταγόνες έσταξαν αργά-αργά  από τη βρύση και σχημάτισαν διαδοχικούς ομόκεντρους κύκλους, ταράσσοντας την ήρεμη επιφάνεια του νερού. Στην άκρη της μπανιέρας υπήρχαν διαφόρων ειδών μπουκαλάκια, πολύχρωμα, μικρά και μεγάλα. Μέσα από τον σωρό διέκρινε ένα μπουκάλι αλλιώτικο από τα άλλα. Ήταν ένα πορσελάνινο που είχαν αγοράσει την προηγούμενη χρονιά για σουβενίρ από το ταξίδι τους στην Ισπανία. Είχε το σχήμα γυναικείου σώματος ,μιας Ισπανίδας χορεύτριας, ντυμένης με ένα κόκκινο σατέν φόρεμα, η πλάτη του οποίου ήταν καλυμμένη με δαντέλα και τα μανίκια με έντονα φουσκώματα και ριγμένα χαμηλά στους ώμους. Το δεξί της πόδι πρόβαλε προκλητικά μέσα από το σχίσιμο του φορέματος. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε μια δαντελένια, μαύρη βεντάλια και το πρόσωπό της ήταν στραμμένο προς τα δεξιά. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα κότσο, χαμηλά στη βάση του αυχένα της και στην κορφή του κεφαλιού της ήταν στερεωμένο ένα μακρύ, μαύρο βέλο που κατέληγε στο ύψος της μέσης της. Αν και πορσελάνινη, η ένταση της κίνησης την έκανε να μοιάζει τόσο αληθινή και ζωντανή. Στρίβοντας με προσοχή το κεφάλι της χορεύτριας που χρησίμευε ως καπάκι, το μπουκάλι άνοιξε και αμέσως ξεχύθηκε η γλυκιά και γεμάτη νοσταλγία μυρωδιά της λεβάντας, η οποία δεν άργησε να αναμειχθεί με τη μυρωδιά του γιασεμιού, δημιουργώντας ένα μεθυστικό κρεσέντο αρωμάτων.
«Ρίξτε μια μικρή ποσότητα ελαίου σε χλιαρό ή ζεστό νερό και αφήστε τη δύναμη της λεβάντας να σας παρασύρει σε έναν κόσμο μαγικό, έξω από την  πραγματικότητα», άρχισε να διαβάζει το καρτελάκι που κρεμόταν με χρυσή κλωστή από το χέρι της χορεύτριας.
«Πες το μας, λοιπόν, πως αυτή ήταν η λύση στο αδιέξοδό μου τόσο καιρό. Χάσιμο χρόνου οι συνεδρίες στον ψυχολόγο;», είπε με ειρωνικό τρόπο και το γέλιο της έσπασε τη σιωπή που επικρατούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έριξε μια μικρή ποσότητα και αμέσως το νερό χρωματίστηκε μοβ λιλά. Κούμπωσε ξανά το μπουκάλι και το άφησε με προσοχή στην άκρη. Άναψε τα δυο κεριά που βρίσκονταν στην μπανιέρα και έσβησε το φως. Με μια κίνηση έβγαλε το μουσκεμένο νυχτικό της και το άφησε να πέσει μαλακά στο έδαφος δίπλα στα πόδια της. Έδεσε ξανά τα μαλλιά της, αυτή τη φορά ψηλά σε έναν πιο σφιχτό κότσο και μπήκε στη μπανιέρα. Το νερό ήταν στην κατάλληλη θερμοκρασία. Παρ’ όλα αυτά, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της κάνοντας το λεπτό, σχεδόν διάφανο χνούδι που κάλυπτε την περιοχή από τον αυχένα μέχρι τη μέση της κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της, να ανασηκωθεί ελαφρά. Βυθίστηκε μέχρι τον λαιμό μέσα στο νερό και ακούμπησε το κεφάλι της στο μαλακό μαξιλαράκι που διέθετε η μπανιέρα. Σιωπή επικρατούσε τριγύρω. Από το ανοικτό παράθυρο έμπαιναν οι απαλοί ήχοι της νύχτας, το γλυκό τραγούδι των τριζονιών. Τα τριζόνια, λένε, βρίσκουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του για όλη τους τη ζωή.
«Γιατί να μην είμαι και εγώ τριζόνι;», μονολόγησε με πίκρα.
Με τα μάτια κλειστά, απολάμβανε τη δροσιά που της πρόσφερε το νερό που σκέπαζε το κορμί της. Οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιζαν διαρκώς, σχηματίζοντας πότε ψηλόλιγνες και πότε πιο πλατιές σκιές στον τοίχο. Άνοιξε τα μάτια και πήρε στο χέρι της το ποτήρι με το κρασί. Το έφερε πιο κοντά της, αναδεύοντας το ελαφρά, μύρισε το άρωμά του και το έφερε στα χείλη της, πίνοντας την πρώτη γουλιά. Ύστερα τη δεύτερη, την τρίτη ώσπου χρειάστηκε να το ξαναγεμίσει. Το δεύτερο ποτήρι άδειασε τόσο γρήγορα όσο και το πρώτο, δίνοντας την θέση του στο τρίτο και τέταρτο ποτηράκι, ώσπου το μπουκάλι έφτασε αισθητά κάτω από τη μέση. Αρκετά χαλαρωμένη, πλέον, αλλά και με μια ελαφριά, γλυκιά θολούρα, έπιασε το μπουκάλι, γεμίζοντας ξανά το ποτήρι της. Έγειρε πάλι στο αναπαυτικό μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια.
Την προσοχή της τράβηξε το ξαφνικό άνοιγμα της κλειστής πόρτας. Λουσμένη από κρύο ιδρώτα, κάρφωσε τα μάτια της στην πόρτα και μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε μετά βίας μία όχι και τόσο άγνωστη αντρική φιγούρα.
«Αλ… Αλέ…Αλέξανδρε …» τραύλισε ξέπνοα, «μα…μα πώς…δεν άκουσα…»
Με δυο δρασκελιές έφτασε ακριβώς δίπλα της και γονάτισε μπροστά στη μπανιέρα.
«Σσσς…μη φοβάσαι»,ψιθύρισε και σφράγισε ταυτόχρονα με τα δάχτυλά του τα χείλη της. Σηκώθηκε και της έτεινε τα χέρια του για να τον πιάσει. Τα μάτια της, δυο κρυστάλλινες σφαίρες, γυάλιζαν προκλητικά κάτω από το λιτό φως των κεριών, κοιτάζοντάς τον με ένα ακαθόριστο βλέμμα. Βλέμμα απορίας, φόβου, αβεβαιότητας  για το αν αυτό που ζει είναι αληθινό ή απλά παιχνίδι του μυαλού της. Ούτε εκείνη ήξερε. Έμεινε για λίγο αναποφάσιστη, μα γρήγορα άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος του, κράτησε σφιχτά τα δικά του και βγήκε από το νερό. Χιλιάδες μικροσκοπικές σταγόνες νερού, σκορπισμένες σ’ όλο το κορμί της λαμπύριζαν, δίνοντας της μια αιθέρια υπόσταση. Την κοίταζε εκστασιασμένος. Και εκείνη δεν ένοιωθε ντροπή κάτω από το αδηφάγο βλέμμα του. Αντιθέτως, είχε καιρό να νοιώσει πάνω της αυτό το βλέμμα. Ήρθε κοντά της. Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια.
«Συγνώμη»,απολογήθηκε, αγγίζοντας απαλά τα κατάμαυρα μαλλιά της.
Τα  δάκρυά της άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα. Έγιναν λυγμοί. Δεν είχε κλάψει καθόλου όλο αυτό το διάστημα. Και τώρα μια λέξη ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεσπάσει. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της. Το φιλί του ήταν απαλό, υπομονετικό. Περίμενε ανταπόκριση από εκείνη. Δεν άργησε να έρθει. Λυγμοί, δάκρυα και φιλιά έγιναν ένα. Τώρα το φιλί είχε γίνει πιο έντονο, πιο απαιτητικό. Και εκείνη απλά υπάκουγε. Παραδομένη σ’ αυτή την αναπάντεχη και ξαφνική ηδονή. Τα χέρια του χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της, τον αυχένα της. Με μια κίνηση έλυσε τον κότσο της και τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα πλούσια, μαύρα μαλλιά της. Άγγιξε τους ώμους της και άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδέψουν μέχρι τους καρπούς της και ξανά πάλι προς τα πάνω. Χάιδεψε την πλάτη, τη μέση και τους γοφούς της. Την έσφιξε πιο πολύ πάνω του, κάνοντας το κάθε σημείο του κορμιού της να ακουμπάει πάνω στο δικό του. Ήθελε να γίνουν ένα. Το απαιτούσε, δεν το ζήταγε. Και έτσι να ήταν, εκείνη δεν έφερνε αντίρρηση. Είχε πια αφεθεί ολοκληρωτικά σε εκείνον. Ένοιωσε την έξαψή του και χαμογέλασε. Με μια αποφασιστική κίνηση την πήρε στα χέρια του και την έβαλε ξανά στην μπανιέρα ζητώντας της να ξαπλώσει. Με γρήγορες κινήσεις απαλλάχτηκε από τα ρούχα του και μπήκε και ο ίδιος μέσα. Οι ματιές που αντάλλασσαν ήταν φλογερές, κατέκαιγαν χωρίς οίκτο σώματα και ψυχές. Παρ’ όλα αυτά το βλέμμα του έκρυβε και κάτι το αλλόκοτο. Κάτι που δεν μπορούσε να ανακαλύψει εκείνη. Την κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια, αμίλητος, ακίνητος, σαν παγωμένος. Σήκωσε αργά τα χέρια του και χάιδεψε προσεκτικά τα απαλά, μαύρα μαλλιά της. Πέρασε τους αντίχειρες του πάνω από τα φρύδια της και ύστερα προχώρησε προς τους κροτάφους της. Έκλεισε στα χέρια του το μικρό, στρογγυλό της πρόσωπο και τα άφησε εκεί για λίγα  δευτερόλεπτα προτού κατρακυλήσουν στον λαιμό της.
Και ξαφνικά, έγιναν δυο θηλιές που άρχισαν να την πνίγουν, χωρίς εκείνη να μπορεί να αντιδράσει. Μάταια πάλευε να ελευθερωθεί από τα θανάσιμα δεσμά του, αυτά που πριν λίγες στιγμές την χάιδευαν πλημμυρίζοντάς την με αναπάντεχη ευτυχία. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να χτυπάει με λύσσα τα χέρια και τα πόδια της και να τον κοιτάει με τα τρομαγμένα μάτια της παρακαλώντας τον για οίκτο, καθώς εκείνος την βύθιζε αργά και βασανιστικά μέσα στο νερό. Το βλέμμα του τώρα είχε αλλάξει. Αποκαλύφθηκε με τον πιο φρικτό τρόπο το παράξενο βλέμμα που είχε την προηγούμενη ώρα, αυτό που δεν μπορούσε να κατανοήσει εκείνη. Την κοιτούσε ψυχρά. Με μίσος. Έδειχνε να απολαμβάνει αυτό που γινόταν.         
Και σιγά-σιγά η μορφή του αλλοιωνόταν καθώς τον έβλεπε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Άρχισε να ζαλίζεται, να χάνει τις αισθήσεις της. Ξαφνικά είδε όλη της τη ζωή να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια της, όπως ένα κινηματογραφικό φιλμ. Όλα τόσο γρήγορα…εμπειρίες, βιώματα, στιγμές. Έτσι να είναι άραγε η μετάβαση στην «απέναντι όχθη»;Αυτό είναι το τέλος;
Και ξαφνικά ακούστηκε ο ήχος της βαθιάς ανάσας που παίρνει κάποιος όταν έχει παραμείνει για πολλή ώρα στο νερό. Και βγήκε στην επιφάνεια με δύναμη, σκορπώντας παντού αρκετή ποσότητα νερού. Συνεχίζει να αναπνέει γρήγορα, να ρουφήξει όσο πιο πολύ οξυγόνο μπορεί. Όσο πιο γρήγορα μπορεί. Γέρνει πίσω το κεφάλι της και ανοίγει τα μάτια. Κοιτάζει γύρω-γύρω φοβισμένα προσπαθώντας να καταλάβει τι έχει συμβεί. Είναι μόνη της, όπως πριν. Η πόρτα κλειστή, όπως πριν. Στο πάτωμα σπασμένα σε χίλια κομμάτια ήταν το ποτήρι  και το μπουκάλι του κρασιού. Ούτε σταγόνα δεν είχε πέσει στο πάτωμα, γιατί ακριβώς δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα από τη μαυροδάφνη. Με τα δύο της χέρια να τρέμουν βαστάει το θολωμένο της κεφάλι. Η γνωστή ζάλη απ’ την κατανάλωση αλκοόλ.
«Ω, Θεέ μου…τι εφιάλτης…»μονολόγησε.

 Ένα δροσερό αεράκι μπήκε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, αναδιπλώνοντας την κουρτίνα και παίρνοντας μακριά την βαριά ατμόσφαιρα. Τα τριζόνια είχαν από ώρα πάψει το νυχτερινό τους τραγούδι. Η νύχτα και οι ήχοι της είχαν δώσει την θέση τους στις πρώτες νότες της καινούριας μέρας.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Εκεί που γράφτηκαν τα μεγάλα αριστουργήματα.



    Έχει επικρατήσει η άποψη ότι οι συγγραφείς είναι άτομα μοναχικά και εσωστρεφή,που αποφεύγουν την άσκοπη έκθεσή τους στα φώτα της δημοσιότητας και προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν την ιδιωτική τους ζωή. Παρόλα αυτά, μερικοί από τους διασημότερους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας τόλμησαν να φωτογραφηθούν ακόμα και μέσα στο σπίτι τους, έναν χώρο που όχι μόνο έζησαν,αλλά εκεί έγραψαν κάποια από τα αριστουργήματα τους.
Ας δούμε μερικούς από αυτούς:

Αγκάθα Κρίστι





Βιρτζίνια Γουλφ





Τρούμαν Καπότε 





Μαρκ Τουέιν





Σκοτ και Ζέλντα Φιτζέραλντ





Έρνεστ Χέμινγουεϊ