oncontextmenu='return false;'

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Σε μια αίθουσα αναμονής αεροδρομίου.








Περνώντας και από τον τελευταίο έλεγχο, εκείνο των επιβατών και των χειραποσκευών τους, έφτασε στην αίθουσα αναμονής με τα μπλε καθίσματα. Ο κόσμος ήταν  λιγοστός, μιας που ο Όμηρος, το αεροδρόμιο της Χίου, δεν είναι μεγάλο και έτσι είχε την ευκαιρία να διαλέξει την θέση εκείνη που θα της επέτρεπε να παρακολουθεί με ευκολία τους υπόλοιπους επιβάτες που περίμεναν το ίδιο αεροπλάνο με εκείνη. Από μικρή παρακολουθούσε τους ανθρώπους όπου και αν πήγαινε. Όχι από περιέργεια. Ήταν απλά μια συνήθεια. Σαν να μπορούσε με αυτόν τον τρόπο να μάθει την ιστορία της ζωή τους. Απλά κοιτώντας τους.  Αυτό το χόμπι πάντα την έκανε να αισθάνεται πιο συνδεδεμένη με τους ανθρώπους γύρω της. Ένιωθε πως και αυτοί είναι άνθρωποι σαν και εκείνη, με τις ίδιες ανησυχίες, με τα ίδια όνειρα και πάντα με την ίδια ερώτηση να τριγυρνάει στο μυαλό: «Ποιος είμαι;»  Κάποιες φορές ήταν διασκεδαστικό, καθώς αυτά που ανακάλυπτε ήταν ευχάριστα. Άλλες φορές λυπηρό και μετάνιωνε γι’ αυτή της τη συνήθεια. Ήταν άνθρωποι ψηλοί, άνθρωποι κοντοί. Αδύνατοι και μη, μεγάλοι, μικροί, μαύροι, λευκοί. Άνθρωποι χαρούμενοι ή σκυθρωποί. Άνθρωποι ξέγνοιαστοι και άλλοι αγχωμένοι.  Ήταν όλοι εκεί. Γύρω της. Γύρω μας. Οι ζωές μας γραμμές, σαν διαδρομές, που ένα αόρατο δάχτυλο τις χαράζει στο χώμα. Και τις ενώνει στιγμιαία. Στους δρόμους, τις πλατείες, στα μπαρ, στα αεροδρόμια. Αυτό είναι η ζωή. Μια αίθουσα αναμονής αεροδρομίου. Όλοι έχουμε έναν  προορισμό. Μπαίνουμε στο αεροπλάνο και κάνουμε το ταξίδι. Και ύστερα έρχεται η βροχή και σβήνει τις διαδρομές αυτές και φτιάχνει νέες.
Το βλέμμα της εστίασε σε ένα άντρα που καθόταν στην απέναντι γωνία στα αριστερά της. Ήταν γύρω στα 60. Αν και το σώμα του ήταν αρκετά καμπουριασμένο, μπορούσες να καταλάβεις ότι επρόκειτο για έναν ψηλό άνδρα.  Τα μάτια του ήταν καστανά, μικρά και στενά. Τα γκρίζα μαλλιά του ελαφρώς μακριά και κυματιστά  ήταν ατημέλητα. Το ίδιο και τα ρούχα του. Όλη του η εμφάνιση πρόδιδε προχειρότητα και παραίτηση από το κάθε τι. Θα έλεγες ότι ήταν νευρικός, ανήσυχος. Σαν να περίμενε κάτι. Την κατάλληλη στιγμή. Στα γόνατά του είχε ακουμπισμένο έναν μικρό, μαύρο σάκο, σφιχτά δεμένο με σπάγκο. Τον κοιτούσε προσεκτικά για ώρα. Προσπαθούσε να μαντέψει όπως έκανε πάντα. Να φανταστεί τη δική του ιστορία ζωής. Τίποτα. Γύρισε από την άλλη, προσπαθώντας να εστιάσει κάπου αλλού. Το μυαλό της όμως γυρνούσε στον παράξενο αυτόν άνδρα. Και λίγα δευτερόλεπτα μετά γύρισε ξανά προς το μέρος του. Είχε εξαφανιστεί. Έσμιξε τα φρύδια. Πού μπορεί να είχε πάει;
Στρέφοντας για δεύτερη φορά τη ματιά της προς την αντίθετη κατεύθυνση, σχεδόν αναπήδησε από τη καρέκλα της στην θέα του παράξενου άνδρα ακριβώς δίπλα της.
Η ταραχή της τον έκανε να της μιλήσει επιτόπου.
«Συγνώμη, δεσποινίς, δεν ήθελα να σας τρομάξω», απολογήθηκε.
«Ναι, αλλά το καταφέρατε», αποκρίθηκε κάπως απότομα.
Η αντίδρασή της τον έκανε να χαμηλώσει το βλέμμα του. «Δεσποινίς;», ακούστηκε ξανα.
«Ναι;», απάντησε απρόθυμα.
«Θα μπορούσα να σας ζητήσω μια χάρη;». Η φωνή του ήταν απαλή και ο τόνος της σταθερός, γεμάτος σιγουριά.
« Εεεε… πώς μπορώ να σας βοηθήσω;». Το τελευταίο πράγμα που ήθελε αυτή τη στιγμή ήταν να πιάσει κουβέντα με έναν τόσο παράξενο άντρα, παρόλα αυτά προσπάθησε να είναι όσο πιο ευγενική γινόταν.
«Είναι πραγματικά πολύ σημαντικό αυτό που θα σας ζητήσω».
 «Τι ακριβώς θέλετε από εμένα;» είπε αποφασιστικά.
«Θα ήθελα να πάρετε μαζί σας στο αεροπλάνο αυτό το πακέτο που κρατάω», της αποκρίθηκε χωρίς άλλες περιστροφές.
Ξαφνιάστηκε. Τον κοιτούσε αμίλητη για αρκετά δευτερόλεπτα.
Και συνέχισε.
«Είναι το πιο σημαντικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει κάποιος για μένα».
Οποιοσδήποτε άνθρωπος με κοινή λογική θα αντιδρούσε όπως και εκείνη.
«Συγνώμη, κύριε, μα δεν είμαι διατεθειμένη να μεταφέρω για κανέναν λόγο παράνομες ουσίες μέσα στο αεροπλάνο ή ό,τι άλλο θα μπορούσε να περιέχει αυτός ο σάκος!», άρχισε να φωνάζει.
«Και που ξέρω εγώ αν εσείς δεν είστε τρομοκράτης και μέσα εκεί υπάρχει βόμβα;», συνέχισε στον ίδιο τόνο.
«Δεσποινίς…»
«Και σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχη αμέσως, αλλιώς θα αναγκαστώ να καλέσω την ασφάλεια του αεροδρομίου!».
Πολλοί από τους παρευρισκόμενους είχαν στρέψει τα κεφάλια τους προς το μέρος τους και παρακολουθούσαν τον διάλογο που ήταν σε εξέλιξη.
«Δεσποινίς, αν μέσα στον σάκο υπήρχε οτιδήποτε παράνομο ή μια βόμβα όπως είπατε, δεν θα κατάφερνα να περάσω επιτυχώς από το έλεγχο», απάντησε απλά.
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο στη στιγμή.
Ένα αχνό χαμόγελο, φώτισε το σκυθρωπό του πρόσωπο.
«Μαρκέλλα, το ξέρω ότι πηγαίνεις στην Αθήνα για να κάνεις ένα νέο ξεκίνημα. Ξέρω επίσης ότι κανείς δεν σε περιμένει εκεί, ούτε δουλειά έχεις βρει, ούτε χρήματα έχεις για να μπορέσεις να ζήσεις».
Άνοιξε το στόμα της, αλλά  ο άνδρας αμέσως κατάλαβε τι ήθελε να ρωτήσει και έτσι την πρόλαβε.
« Δεν έχει σημασία πώς τα ξέρω όλα αυτά… Κοίτα, θα σου δώσω 15.000 ευρώ αν μεταφέρεις αυτό το πακέτο για μένα», είπε και σώπασε.
Η ανάσα της σταμάτησε στον λαιμό της. Το στομάχι της σφίχτηκε.
Κι έπειτα ξέσπασε ξανά.
« Τι πράγμα; Συγνώμη, πώς με ξέρετε; Ποιος σας έβαλε να μου στήσετε όλο αυτό το παιχνίδι; Πώς μπορείτε να παίζεται με τον πόνο ενός άγνωστου ατόμου το οποίο ούτε που φαντάζεστε σε τι κατάσταση μπορεί να βρίσκεται;»
Είχε πλέον σηκωθεί από την θέση της και πηγαινοερχόταν πάνω κάτω ασταμάτητα. Γύρισε και τον κοίταξε απειλητικά.
Τρόμαξε.
«Έπρεπε να το καταλάβω…», ψέλλισε μέσα από τα δόντια της.
«Μόνο εκείνος θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο… να με γελοιοποιήσει… να με κάνει να νοιώσω… Πείτε του λοιπόν, πως το κόλπο του δε έπιασε. Δεν θέλω τα λεφτά του! Δεν θέλω τίποτα από εκείνον…»
Το σοκ και θλίψη που διαπέρασαν το πρόσωπό του ήταν εμφανείς και την έκαναν αμέσως να καταλάβει πως για ακόμα μια φορά είχε πέσει έξω στην πρόβλεψή της για εκείνον. Όλα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τον πρώην της. Έσκυψε το κεφάλι της παραδομένη και έκατσε ξανά στη θέση της. Είχε πλέον μπερδευτεί εντελώς. Δεν ήξερε τι σήμαιναν όλα αυτά. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι είχε φερθεί απαίσια. Τόσο απλά.
«Σας ζητώ ειλικρινά συγνώμη, κύριε…», ψέλλισε. «Μόλις βγήκα από μία άσχημη σχέση που ακόμα με πονάει και…»
Ο ηλικιωμένος άντρας της κράτησε το χέρι.
«Αν ακόμα ενδιαφέρεστε, θα πάρω αυτό το δέμα και θα κάνω ό,τι μου ζητήσετε», είπε με απολογητικό ύφος.
Το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του άντρα που καθόταν απέναντί της, φωτίστηκε με το πιο λαμπρό χαμόγελο που είχε δει ποτέ στη ζωή της.
«Σε ευχαριστώ τόσο πολύ…», ήταν η απάντησή του, που ερχόταν από τα τρίσβαθα της ανακουφισμένης πλέον ψυχής του, παραδίδοντας της παράλληλα το παράξενο δέμα συνοδευμένο από έναν φάκελο.
«Α, όχι.. όχι… δεν μπορώ να δεχτώ χρήματα από εσάς… ύστερα από τη απαίσια συμπεριφορά μου», του αποκρίθηκε στη στιγμή.
«Μα δεν είναι χρήματα… οδηγίες είναι», της απάντησε χαμογελώντας ακόμη.
«Να τις διαβάσεις όταν θα έχεις πλέον μπει στο αεροπλάνο», ήταν η τελευταία του φράση, πριν την αποχαιρετίσει.
Έψαχνε να βρει λέξεις, μα είχε κολλήσει.
«Ευχαριστώ», κατάφερε τελικά να πει, αλλά ο μυστηριώδης ηλικιωμένος άνδρας ήταν ήδη μακριά για να το ακούσει.
Στο αεροπλάνο κάθισε με το δέμα στα γόνατά της και τον φάκελο σφιχτά κρατημένο στα χέρια της. Ψηλάφησε τον φάκελο απ’ άκρη σ’ άκρη, ένοιωσε την λεπτότητά του. Ήταν πράγματι απλώς ένας φάκελος με οδηγίες.
Λίγα λεπτά μετά την απογείωση και μη έχοντας κάτι να κάνει, αποφάσισε να ανοίξει τον φάκελο.
«Μέσα σε αυτό το πακέτο θα βρεις ένα πολύτιμο δώρο. Ό,τι πιο πολύτιμο θα μπορούσε να δώσει ένας άνθρωπος σε ένα άλλον. Και το δίνω σε σένα».
«Μα τι είδους οδηγίες είναι αυτές;», αναρωτήθηκε. Άφησε στην άκρη το χαρτί και άρχισε να ξετυλίγει αργά το δέμα.
Στο εσωτερικό του βρήκε ένα χειροποίητο, γυάλινο, κόκκινο, χριστουγεννιάτικο στολίδι σε σχήμα καρδιάς, την φωτογραφία ενός νεαρού αγοριού  πάνω στην οποία ήταν καρφιτσωμένο ένα σημείωμα και πολλές δεσμίδες χαρτονομισμάτων. Τα είχε χάσει εντελώς. Άνοιξε το σημείωμα και άρχισε να διαβάζει:
«Δεν γνωρίζεις την οικογένειά μου, γι αυτό θα σου πω πως αυτός ήταν ο γιος μου. Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πριν πολλά χρόνια. Ο θάνατός του δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη ζωή σου, εκτός από το ότι ήταν ένα ιδιαίτερα ζωντανό πλάσμα που ρουφούσε την κάθε στιγμή της ζωής του και πάλευε να την κάνει καλύτερη, όπως ακριβώς και εσύ. Γι’ αυτό σου δίνω τρεις πολύτιμους θησαυρούς: έμπνευση, αγάπη και ένα νέο ξεκίνημα».
Τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα που τα άφησε να τρέξουν στα μαγουλά και τον λαιμό της. Τι και αν ο διπλανός της την κοιτούσε με απορία. Έγειρε στο πλάι και κοίταξε κατάματα τον ήλιο που άπλωνε την χρυσή του φορεσιά πάνω στη θάλασσα. Ναι μπορούσε να τα καταφέρει. Ένοιωθε πάλι δυνατή, ζωντανή, φρέσκια, αισιόδοξη. Είχε ξαναγεννηθεί. Έμπνευση και αγάπη. Αυτά χρειαζόταν. Και το νέο της ξεκίνημα ήταν γεγονός.


Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Ο όρκος


Έριχνε απρόθυμα τα ρούχα στη βαλίτσα χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία τι θα φορέσει εκείνο το βράδυ. Ούτε την ένοιαζε τι θα πουν οι συμμαθητές της για την εμφάνισή της ύστερα από τόσα χρόνια. Παρόλα αυτά διάλεξε ένα αρκετά κομψό φόρεμα που αναδείκνυε τις ακόμα καλοσχηματισμένες καμπύλες της. Από τότε που έλαβε αυτή την πρόσκληση από το ταχυδρομείο, συνεχώς άλλαζε γνώμη για το αν θα παρευρεθεί ή όχι στο reunion παλιών συμμαθητών.
«Τι τα θέλουν τώρα αυτά μετά από τόσα χρόνια;» έλεγε και ξανάλεγε. «Και απορώ ακόμα και για το πώς βρήκαν την διεύθυνσή μου».
Τελικά, ο άντρας της που κάτι τέτοιες διοργανώσεις τις θεωρεί ιδιαίτερα ευχάριστες, την έπεισε να παρευρεθεί.
«Έλα τώρα Κλαιρ, μην κάνεις σαν μωρό. Θα δεις που όταν θα πας, θα αλλάξει αμέσως η διάθεσή σου. Μα δεν θυμάσαι τότε που πήγα εγώ στο reunion των δικών μου παλιών συμμαθητών; Θυμάσαι πώς ήμουν όταν γύρισα;» της είχε πει τη μέρα που τελικά την έπεισε.
«Τύφλα στο μεθύσι… Πώς να μη θυμάμαι;» απάντησε με μια μικρή υποψία ειρωνείας στη φωνή.
«Δεν εννοώ αυτό, Κλαιρ. Θέλω να πω, δεν θυμάσαι όλα όσα σου διηγήθηκα, πώς περάσαμε, ότι θυμηθήκαμε τα παλιά;  Πόσο χαρούμενος ήμουν που τους ξαναβρήκα. Και τελικά κράτησα επαφή μαζί τους. Και πόσα κουτσομπολιά έμαθα…» είπε και την έπιασε τρυφερά από τα μπράτσα.
«Έλα τώρα, κορίτσι μου, πήγαινε και θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά. Εξάλλου από τότε που έχασες τους δικούς σου, δεν έχεις ξαναπατήσει στο πατρικό σου. Νομίζω πως είναι μια καλή ευκαιρία. Όσο για τον μικρό, μην τον έχεις καθόλου άγχος. Ξέρεις ότι τα καταφέρνω μια χαρά. Μόνο δυο μέρες θα λείψεις εξάλλου. Μια χαρά θα είμαστε», είπε και την φίλησε στο μάγουλο.
«Εντάξει, αλλά εσύ θα ακούσεις την γκρίνια μου αν δεν περάσω καλά», είπε ναζιάρικα.
«Εντάξει παραπονιάρα» της είπε και το θέμα έκλεισε εκεί.
Οι μέρες λοιπόν πέρασαν και η Κλαιρ βρέθηκε να οδηγάει το αγαπημένο της αυτοκίνητο, μια λευκή Cadillac Allanté του ’88, έτοιμη να πάρει την έξοδο 7 Α προς Ι-195 W με προορισμό το Τρέντον του Νιου Τζέρσεϋ αφήνοντας πίσω το πολυτελές διαμέρισμά της στη 5η λεωφόρο στο κεντρικό Μανχάταν.
Τα βαριά σύννεφα που σαν γκρίζα καταπετάσματα είχαν καλύψει τον ουρανό ήταν προμήνυμα ότι η βροχή που θα έπεφτε δεν θα ήταν ούτε ελαφριά μα ούτε και περαστική.
«Υπέροχα», μουρμούρισε τρίβοντας τα δόντια της από οργή. «Αυτό μας έλλειπε τώρα». Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση της χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να στιγματίζουν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου της και μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας ζωγραφίστηκε στο όμορφο πρόσωπό της. Κάτω από το χλωμό φως που εξέπεμπε η λάμπα στη γωνία των δρόμων, αχνοφαινόταν η μισοσβησμένη ταμπέλα των οδών Χάντσον και Τάιλερ. Επιτέλους είχε φτάσει. Όλα τόσο γνώριμα αλλά και τόσο μακρινά. Από τότε που έφυγε 18 χρονών για να σπουδάσει, δεν ξαναγύρισε στην γειτονιά που μεγάλωσε, παρά μόνο όταν έχασε τους γονείς της και αυτό μόνο για λίγες ώρες.  Πάρκαρε το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά από το πατρικό της. Η πολύχρονη απουσία των ενοίκων του και η παραμέληση αργότερα από την ίδια, είχαν κάνει ιδιαίτερα εμφανή την παρουσία τους στην κατά τα άλλα όμορφη μονοκατοικία της οδού Τάιλερ. Τα χορτάρια στο πεζοδρόμιο, είχαν βρει διέξοδο ανάμεσα στα πλακάκια και είχαν καλύψει σχεδόν ολοκληρωτικά τα παράθυρα του υπογείου του σπιτιού. Τα δυο πρώτα σκαλοπάτια της εισόδου είχαν ραγίσει σε αρκετά σημεία και σε άλλα έλλειπε εντελώς η επίστρωση από πλακάκι, ενώ τα κάγκελα που κάποτε ήταν βαμμένα πράσινα με λευκό, τώρα έχουν πάρει το χρυσοκόκκινο χρώμα της σκουριάς. Το πατζούρι του παραθύρου δίπλα στην εξώπορτα στηριγμένο πλέον μόνο σε έναν μεντεσέ, αιωρούνταν μια αριστερά και μια δεξιά και πότε-πότε χτυπούσε στον τούβλινο τοίχο, προκαλώντας μαζί με το τρίξιμο και το φύσημα του αέρα μια απόκοσμη συγχορδία.
Κούνησε το κεφάλι της σε μια ένδειξη παραίτησης. Άρχισε πάλι να αναρωτιέται πώς ο άντρας της κατάφερε να την πείσει να έρθει τελικά ως εδώ. Έβγαλε τα κλειδιά από την τσάντα της και προσπάθησε να ανοίξει με κόπο την πόρτα που με την πολυκαιρία έχει φρακάρει. Τόση δύναμη έβαλε που η πόρτα τελικά δεν άντεξε και άνοιξε απότομα στέλνοντας την με φόρα στο εσωτερικό του σπιτιού. Η μυρωδιά της κλεισούρας διαπέρασε αμέσως τα ρουθούνια της, κάνοντας την προς στιγμήν να δυσανασχετήσει. Έψαξε στα τυφλά για τον γενικό. Τον βρήκε, πάτησε τον διακόπτη και επιτέλους εγένετο φως! Έσυρε την βαλίτσα της μέσα στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα. Η ώρα ήταν οκτώ. Έπρεπε να ετοιμάσει κάτι γρήγορο να φάει, και ύστερα να ετοιμαστεί για την συνάντηση των δέκα και μισή.
Η βροχή μετά από δυόμιση ώρες ασταμάτητης ροής δεν έλεγε να κοπάσει. Αφού ετοιμάστηκε, σήκωσε το τηλέφωνο να καλέσει τον άντρα της. Νεκρό το τηλέφωνο. Είχε ξεχάσει ότι το είχαν διακόψει από χρόνια. Έβγαλε το κινητό της. Το σήμα χαμηλό, μια γραμμή μόνο. Στο πρώτο χτύπημα ακούστηκε η γεμάτη αγωνία φωνή του Τζέισον.
«Κλαιρ; Κλαιρ;», ακούστηκε ξέπνοα. «Για το Θεό Κλαιρ, που είσαι; Έφτασες καλά;»
« Εντάξει Τζέισον, όλα καλά, μη ανησυχείς», απάντησε ψύχραιμα η Κλαιρ.
«Δεν σε ακούω καθαρά καλή μου».
«Ναι, βρέχει πολύ εδώ και δεν έχει δυνατό σήμα το κινητό. Μια χαρά είμαι. Σε λιγάκι θα ξεκινήσω για την συνάντηση».
«Μπράβο, αγάπη μου. Πολύ χαίρομαι. Σε αφήνω τότε. Να περάσεις όμορφα και θα τα πούμε αύριο. Να προσέχεις. Σ’ αγαπώ πολύ».
Δεν άκουσε όλα όσα της είπε εξαιτίας των διακοπών στο σήμα, αλλά κατάφερε να του απαντήσει.
«Εντάξει Τζέισον. Σ’ ευχαριστώ. Καληνύχτα, καλέ μου».
Φόρεσε το παλτό της, πήρε την τσάντα της και άνοιξε την πόρτα. Η αστραπή που έλαμψε εκείνη την ώρα φώτισε το τεράστιο κτίριο του σχολείου που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι της. Έτσι ακριβώς φωτίστηκε και η μνήμη της. Έμεινε στο πλατύσκαλο της εισόδου με το νερό της βροχής να τρέχει από τα κεραμίδια και το βλέμμα της καρφωμένο στο επιβλητικό κτήριο. Το μυαλό της γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Θυμήθηκε τότε τον όρκο που είχε δώσει με την φίλη της, την Μάντι. Ήταν μόλις 12 χρονών, στην τελευταία τάξη του δημοτικού. Ήταν φίλες από πολύ μικρή ηλικία. Η Μάντι έμενε ένα στενό πιο πέρα από την Κλαιρ. Στο σχολείο μαζί, στην γειτονιά μαζί. Παντού μαζί. Πάντα αχώριστες, παρά τις μεγάλες διαφορές που είχαν στον χαρακτήρα τους. Η Κλαιρ ήταν πιο χαρούμενη, εξωστρεφής και από τα πιο δημοφιλή κορίτσια σε όλα τα σχολικά της χρόνια. Η Μάντι από την άλλη ήταν πιο ντροπαλή και ήσυχη.
«Μάντι, είμαστε οι καλύτερες φίλες;», ρώτησε μια μέρα η Κλαιρ.
«Τι ερώτηση είναι αυτή Κλαιρ; Φυσικά και είμαστε», απάντησε απορημένη η Μάντι.
«Πιστεύεις ότι θα είμαστε για πάντα έτσι αχώριστες;», συνέχισε η Κλαιρ.
«Αν και δεν καταλαβαίνω γιατί σε έπιασε αυτή η ξαφνική ανησυχία, θα σου απαντήσω. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα σταματήσουμε αυτή την ανόητη κουβέντα. Σύμφωνοι;».
Η Κλαιρ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
«Ωραία, λοιπόν, πιστεύω ότι θα είμαστε αχώριστες στους αιώνες, στους αιώνες, στους αιώνες», αποκρίθηκε με χαμόγελο η Μάντι κουνώντας κυκλικά το χέρι της στον αέρα.
Η Κλαιρ δεν απάντησε και έτσι η Μάντι πίστεψε ότι την έπεισε μια και καλή.
Η σιωπή όμως δεν έμεινε για πολύ να αιωρείται.
«Θέλεις να πάρουμε όρκο; Έναν όρκο αίματος!», της είπε με ενθουσιασμό η Κλαιρ προφέροντας αργά-αργά τις τρεις τελευταίες λέξεις.
Η Μάντι την κοίταξε τρομοκρατημένη. «Έναν τι; Τι λες; Πώς το σκέφτηκες αυτό;»
 «Θα πάρουμε όρκο ότι η φιλία μας δεν θα χαλάσει ποτέ και πως όπως και αν έρθουν τα πράγματα στη ζωή μας, εμείς θα προσπαθήσουμε να παραμείνουμε για πάντα δεμένες μαζί».
«Κλαιρ τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που λες;» άρχισε να ξεφωνίζει η Μάντι.
«Δεν ξέρω Μάντι. Είσαι η καλύτερή μου φίλη. Κανένας δεν με αγαπάει και δεν με νοιάζεται όσο εσύ. Μερικές φορές, ξέρεις, οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουν, αλλάζουν, δεν ενδιαφέρονται για παλιούς φίλους και παρέες. Φοβάμαι ότι μπορεί να συμβεί και με εμάς αυτό», είπε και έσκυψε το κεφάλι.
«Αυτά είναι ανοησίες Κλαιρ. Εμείς δεν θα χαθούμε ποτέ. Πάντα θα είμαστε σε επαφή, ό,τι και αν συμβεί.
«Έλα, σε παρακαλώ, δες το σαν παιχνίδι. Έλα να πάρουμε τον όρκο», είπε η Κλαιρ και έπιασε το χέρι της Μάντι.
«Τέλος πάντων, με έπεισες… αν είναι έτσι να γλυτώσω από την γκρίνια σου», απάντησε η Μάντι ξεφυσώντας.
Η Κλαιρ, έβγαλε μια κονκάρδα που είχε καρφιτσωμένη στην σάκα της, άνοιξε την παραμάνα και την τέντωσε όσο γινόταν.
«Δώσε μου τον δείκτη του δεξιού χεριού σου», είπε στην Μάντι.
Η Μάντι υπάκουσε.
«Αχ!», έσκουξε η Μάντι όταν η μύτη της παραμάνας τρύπησε το δάχτυλό της. Μια μικρή, κόκκινη κηλίδα έκανε την εμφάνισή της στο δάχτυλο της Μάντι.
«Μη, μη το πειράξεις. Έλα, τώρα η σειρά σου!» της είπε εκστασιασμένη η Κλαιρ. 
«Ωωω Κλαιρ, δεν μπορώ να το κάνω αυτό», γκρίνιαξε η Μάντι.
«Έλα τώρα Μάντι, μην κάνεις σαν μωρό», της αποκρίθηκε η Κλαιρ.
Η Μάντι πήρε απρόθυμα την παραμάνα στο χέρι της και τσίμπησε απαλά το δάχτυλο της Κλαιρ.
«Λίγο πιο δυνατά Μάντι, μη φοβάσαι», ακούστηκε η ανυπόμονη φωνή της Κλαιρ.
Σε λίγα δευτερόλεπτα η ίδια κόκκινη κηλίδα εμφανίστηκε στο δάχτυλο της Κλαιρ.
Μόλις ενώσουμε τα δάχτυλά μας θα πούμε μαζί «Αχώριστες φίλες για πάντα. Ό,τι και αν γίνει, εμείς θα παραμείνουμε για πάντα δεμένες μαζί. Τίποτα και κανείς δεν θα μας χωρίσει ποτέ».
Έτσι και έγινε. Ένωσαν τα δάχτυλά τους και ο όρκος έγινε.



Η Κλαιρ έμεινε εκεί να κοιτάζει ανάμεσα από τις χοντρές σταγόνες της βροχής το σχολείο. Ένας δυνατός κεραυνός την έφερε αμέσως στο παρόν. Η ανάμνηση έσβησε.
«Όρκος αίματος…», είπε και άρχισε να γελάει. «Μα πώς μου ήρθε;»
Μπήκε βιαστικά στο αμάξι της. Μπορεί να μην είχε και την καλύτερη διάθεση γι αυτή τη μάζωξη, αλλά είχε ήδη καθυστερήσει και βαριόταν να ακούσει τα σχόλια των παλιών συμμαθητών της. Στρίβοντας από την Μπέντον στη λεωφόρο Χάμιλτον όπου βρισκόταν η παμπ, εκεί που θα λάμβανε μέρος η συνάντηση, της ήρθε στο μυαλό η Μάντι. Ξαφνικά σοβάρεψε. Τα χρόνια είχαν περάσει. Μετά το σχολείο η Κλαιρ μετακόμισε σε άλλη πόλη για να σπουδάσει. Η Μάντι, έμεινε εκεί και έπιασε δουλειά αμέσως. Είχαν επικοινωνία για αρκετό διάστημα. Ύστερα η Κλαιρ πήρε το πτυχίο της και της έγινε πρόταση για μια πολύ καλή δουλειά στη Νέα Υόρκη και μετακόμισε εκεί. Γνώρισε το άντρα της, παντρεύτηκαν και σύντομα απέκτησαν ένα παιδάκι. Η καθημερινότητά της ήταν γεμάτη από υποχρεώσεις και έτσι η επικοινωνία μεταξύ των δύο γυναικών από σπάνια έγινε πλέον ανύπαρκτη. Ύστερα μετακόμισαν σε δικό τους σπίτι στο Μανχάταν και η Μάντι δεν μπόρεσε να την εντοπίσει ξανά. Αρκετές φορές η Κλαιρ σκεφτόταν την παιδική της φίλη και αναρωτιόταν τι μπορεί να είχε απογίνει, ποτέ όμως δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά να επικοινωνήσει μαζί της. Εκείνη φοβόταν την εγκατάλειψη από την φίλη της και εκείνη τελικά απομακρύνθηκε χωρίς ποτέ να δώσει μια εξήγηση. Εκείνη απαίτησε τον όρκο και εκείνη τον πάτησε. Όλα αυτά σκεφτόταν όσο ήταν σταματημένη στο φανάρι. Και αν δεν ήταν ο οδηγός του πίσω αυτοκινήτου να της κορνάρει, ούτε που θα είχε αντιληφθεί ότι το φανάρι ήταν πλέον πράσινο. Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της, θέλοντας να σκορπίσει τις σκέψεις της.
«Τι με έπιασε ξαφνικά;», αναρωτήθηκε. «Γιατί τόση συγκίνηση;».
Σε λίγο θα έφτανε στο μαγαζί, εκεί θα έβρισκε την Μάντι και θα της έδινε μια πρόχειρη εξήγηση για την απουσία τόσων χρόνων.
Ευτυχώς το μαγαζί είχε αρκετές θέσει παρκινγκ και έπιασε μια από αυτές.  Έσυρε την πόρτα που μαγαζιού και αμέσως ξεχύθηκε η μουσική από το συγκρότημα που είχαν καλέσει να παίξει αποκλειστικά για απόψε. Έριξε μια ματιά γύρω της και αμέσως αναγνώρισε κάποια από τα πρόσωπα. Έρικ Μπράξτον, ο γόης του σχολείου. Τρία χρόνια την πολιορκούσε αλλά η Κλαιρ ήταν ανένδοτη. Αντόνιο Μαρτίνεζ, Μεξικανός, ο πρώτος της έρωτας. Για χάρη του αδιαφορούσε για τον Έρικ. Μαρία Μπράξτον, η δίδυμη του Έρικ, μαζορέτα στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου και ψηλομύτα. Ποτέ δεν είχαν καλές σχέσεις. Κλόντια Τζάκσον, Ρίτα Μπίτερ, Τζακ Κλέιτον…και πόσοι άλλοι ακόμα. Η Μάντι όμως δεν φαινόταν πουθενά. Όλοι την καλωσόρισαν αφού είχαν πολλά χρόνια να μάθουν νέα για εκείνη. Δέχτηκε με χαμόγελο το καλωσόρισμά τους και άρχισε να πιάνει κουβέντα με όλους.
«Η Μάντι σε ψάχνει χρόνια τώρα», της είπε η Άντι Μπέικερ καθώς την πλησίασε. «Γιατί εξαφανίστηκες έτσι;».
Η Κλαιρ για λίγο κόμπιασε. «Ε, ξέρεις πως είναι αυτά τώρα, Άντι. Η καθημερινότητα…».
«Καλά, καλά ας κάνω ότι σε πιστεύω. Δεν ήρθαμε εδώ για να σε κρίνουμε. Πάντως εγώ και η Μπέλα ψάξαμε πάρα πολύ για να σε εντοπίσουμε και τελικά τα καταφέραμε εντελώς τυχαία από μια θεία σου που ήρθε πρόσφατα εδώ και μας έδωσε την διεύθυνσή σου».
«Η Μάντι δεν θα έρθει;», ρώτησε αγχωμένα.
«Μπα; Έχεις άγχος αν θα έρθει η κολλητή σου;», είπε με μια ιδέα ειρωνείας στη φωνή η Άντι.
«Έλα, Άντι, μη με σκας..», είπε απαλά η Κλαιρ.
Η Άντι την κοίταξε ερευνητικά. «Ναι θα έρθει. Τον τελευταίο μήνα έλλειπε για κάτι σεμινάρια στη Φιλαδέλφεια,  αλλά απόψε θα επέστρεφε. Λογικά θα είναι στον δρόμο τώρα. Με συγχωρείς όμως τώρα, Κλαιρ, αλλά πρέπει να πάω λίγο και στους υπόλοιπους. Θα μιλήσουμε ξανά», είπε και την άφησε μόνη στο μπαρ.
Η ώρα είχε περάσει για τα καλά. Τελικά δεν είχε περάσει και άσχημα. Αναρωτιόταν όμως γιατί δεν είχε έρθει η Μάντι. Μήπως είχε μάθει πως θα ερχόταν και της κρατούσε κακία; Δεν ήθελε να την δει; Έπρεπε να φύγει. Δεν μπορούσε να σπαταλήσει άλλο χρόνο για κάτι που δεν την ενδιέφερε και τόσο. Την επόμενη μέρα θα μάζευε νωρίς-νωρίς τα πράγματά της και θα επέστρεφε στο σπίτι της. Τους καληνύχτισε όλους και υποσχέθηκε ότι πλέον θα τα λένε πιο συχνά. Έφτασε σπίτι, άλλαξε και έπεσε κουρασμένη στο κρεβάτι. Ούτε που κατάλαβε για πότε την πήρε ο ύπνος.
Ξύπνησε σαστισμένη και πλημμυρισμένη στον ιδρώτα από τον εφιάλτη που είχε δει. Ήταν νύχτα λέει και οδηγούσε σε ένα δρόμο ατέλειωτο, άγνωστο και σκοτεινό, όταν ξαφνικά ένα φορτηγό από την αντίθετη κατεύθυνση πέρασε την διαχωριστική γραμμή και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητό της. Και εκεί ξύπνησε. Πάνω που προσπαθούσε να ηρεμίσει, άκουσε να χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας. Η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο στο στήθος της. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα. Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Επίμονα αυτή τη φορά. Έντρομη αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα. Στο τρίτο κουδούνι, μάζεψε όσο κουράγιο είχε και προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε αργά και προσεκτικά την πόρτα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα στην θέα μιας γυναίκας που στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν τρομερά ωχρή, υπερβολικά καταβεβλημένη και είχε μια τεράστια πληγή στο μέτωπό της που αιμορραγούσε. Είχε αλλάξει τόσο πολύ κι όμως η Κλαιρ, την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η Μάντι.
«Ω, Θεέ μου… Μάντι… εσύ;», είπε και άρχισε να κλαίει.
Η Μάντι έμεινε ασάλευτη.
«Έλα μέσα. Μην είσαι στη βροχή.», την παρακάλεσε η Κλαιρ.
Η Μάντι την κοιτούσε μέσα στα μάτια. Δεν είπε όμως λέξη.
«Τι συμβαίνει, Μάντι; Είσαι χτυπημένη, έλα μέσα», σχεδόν την ικέτεψε.
«Πέρασε καιρός, Κλαιρ, που δεν έχουμε ειδωθεί. Ξέχασες...» ψέλλισε η Μάντι. Και συνέχισε. «Ήρθα να εκπληρώσω τον όρκο που εσύ απαίτησες να δώσουμε. Ήρθα να σου πω ότι πέθανα».
Σήκωσε το χέρι της και σιωπηλή έδειξε με τον ματωμένο δείκτη της την Κλαιρ.
«Η ζωή μας χώρισε, Κλαιρ… αλλά εμείς δώσαμε όρκο… θυμάσαι; Για πάντα ενωμένες. Τίποτα δεν θα μας χωρίσει. Θα περιμένω, Κλαιρ…»
Η Κλαιρ λιποθύμησε. Το επόμενο πρωί ξύπνησε στο πάτωμα. Έτριψε τα μάτια της και προσπάθησε να θυμηθεί όλα όσα είχαν συμβεί λίγες ώρες πριν. Όλα ήταν ένα κακό όνειρο, είπε και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι όντως έτσι ήταν. Έκατσε να πάρει πρωινό στον φούρνο λίγο πιο κάτω από το σπίτι της. Οι ειδήσεις που έδειχνε εκείνη την ώρα στο τοπικό κανάλι, αναφέρονταν σε ένα τραγικό περιστατικό που συνέβη λίγε ώρες πιο πριν. Συγκεκριμένα, τα ξημερώματα στις 3 είχε συμβεί ένα ατύχημα στην εθνική μεταξύ μιας νταλίκας και ενός επιβατικού αυτοκινήτου. Ο οδηγός του αυτοκινήτου, που ανέφεραν ότι είναι γυναίκα, χωρίς να δώσουν άλλα στοιχεία, είχε σκοτώθηκε ακαριαία.  Η Κλαιρ άρπαξε επιτόπου το παλτό της, παρασέρνοντας μαζί της ό,τι υπήρχε πάνω στο τραπέζι και πετάχτηκε αμέσως στο δρόμο. Δυο στενά πιο κάτω βρίσκονταν το αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Μπήκε μέσα ξέπνοη και σωριάστηκε στην πρώτη καρέκλα που βρήκε μπροστά της. Ο αστυνομικός που είχε εκείνη την ώρα υπηρεσία την κοίταξε σαστισμένος. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και το πρόσωπό της  κατακόκκινο από την ένταση.
«Είστε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια; Να καλέσουμε τον γιατρό;», έκανε τις ερωτήσεις την μία μετά την άλλη ο αστυνομικός.
Η Κλαιρ προσπαθούσε ακόμα να δώσει ένα φυσιολογικό ρυθμό στην αναπνοή της.
Ένα αρνητικό νεύμα με το κεφάλι της μπόρεσε να κάνει και ύστερα το έχωσε ανάμεσα στα χέρια της.
«Μια.. μια πλ.. μια πληροφορία θα ήθελα», μπόρεσε τελικά να προφέρει τις πρώτες λέξεις. «Έμαθα για ένα ατύχημα που έγινε τα ξημερώματα. Πρόκειται για μια γυναίκα. Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε τα στοιχεία της;»
Ο αστυνομικός έκανε ένα γύρο και πέρασε πίσω από το γραφείο του. Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν να ψαχουλεύει στα χαρτιά του, για την Κλαιρ ήταν αιώνες.
«Είστε συγγενείς;», ρώτησε αργά ο αστυνομικός.
«Είμαι η καλύτερή της φίλη. Την περιμέναμε από χτες να έρθει αλλά δεν εμφανίστηκε», απάντησε η Κλαιρ.
«Το θύμα ονομάζεται…». Ο αστυνομικός κόμπιασε. Η Κλαιρ τώρα τον κοιτούσε μέσα στα μάτια. Περίμενε από εκείνον την απάντηση που θα την λύτρωνε από αυτή την υποψία που είχε σφηνώσει στο μυαλό της εδώ και κάμποση ώρα και δεν έλεγε να φύγει.
«…Μάντι Κλάρξον», κατέληξε ο αστυνομικός.
Η Κλαιρ πάνιασε. Το πρόσωπό της χλόμιασε και η αναπνοή της κόπηκε. Την καρδιά της δεν την ένιωθε, σαν να είχε σταματήσει να χτυπά. Τα λόγια του αστυνομικού βούιζαν στα αυτιά της σαν θορυβώδες μελίσσι. «Μάντι Κλάρξον, Μάντι Κλάρξον, Μάντι Κλάρξον» ακούγονταν σαν ηχώ ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της το όνομα.
Έκανε να σηκωθεί, μα σωριάστηκε σχεδόν άψυχη στη καρέκλα.
«Ένα ποτήρι νερό!», διέταξε ο αστυνομικός τον βοηθό του.
Η Κλαιρ έπιασε το ποτήρι με το νερό στα χέρια της, μα έτρεμαν τόσο που το μισό χύθηκε στο πάτωμα. Ο αστυνομικός την βοήθησε συγκρατώντας το χέρι της.
«Είστε καλύτερα;», την ρώτησε μαλακά μετά από λίγο.
Η Κλαιρ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αν και κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Ο αστυνομικός είδε την χρυσή βέρα στο χέρι της Κλαιρ.
« Είναι κάποιος μαζί σας να σας συνοδέψει στο σπίτι;»
Η Κλαιρ έγνεψε αρνητικά.
«Ο… σύζυγος;», ξαναρώτησε διστακτικά ο αστυνομικός.
Η Κλαιρ δεν απάντησε αμέσως. Πήρε βαθιά ανάσα.
«Είναι στο σπίτι μας στο Μανχάταν».
Σιωπή.
«Και για να σας προλάβω…», συνέχισε ξαφνικά η Κλαιρ, «…είμαστε μια χαρά. Εγώ ήρθα εδώ για την συνάντηση των παλιών συμμαθητών. Χτες. Θα φύγω σήμερα».
Ο αστυνομικός όμως είχε και άλλες ερωτήσεις.
«Είστε με αυτοκίνητο;»
«Ναι»
«Δεν είστε όμως σε θέση…»
«Μια χαρά είμαι», τον διέκοψε η Κλαιρ. «Με τη Μάντι είχαμε πολλά χρόνια να βρεθούμε, είχαμε χάσει επαφή…εγώ..δηλαδή…απλά…χτες…». Σταμάτησε.
 Ο αστυνομικός προσπαθούσε να βγάλει άκρη από τα μισόλογα της.
«Χτες; Τι έγινε χτες;», ρώτησε καχύποπτα ο αστυνομικός.
Η Κλαιρ σώπασε. Τι να του έλεγε; Ότι χτες το βράδυ η Μάντι την επισκέφτηκε; Θα την περνούσε για φρενοβλαβή. Ή ότι όλο αυτό με το ατύχημα το είδε στον ύπνο της; Ό,τι και αν έλεγε, πιστευτή δεν θα γινόταν. Η σιγή της Κλαιρ συνεχίστηκε για λίγο ακόμη. Διάλεξε προσεκτικά τις λέξεις που θα χρησιμοποιούσε.
« Χτες που ήμουν στη συνάντηση, όταν ρώτησα μια παλιά μας συμμαθήτρια αν θα ερχόταν η Μάντι, εκείνη μου απάντησε πώς ναι,  είχε πει πως θα ερχόταν, αλλά λίγο πιο αργά καθώς όπως έμαθα από την ίδια συμμαθήτρια, έλλειπε εδώ και ένα μήνα στη Φιλαδέλφεια για κάποια σεμινάρια, αλλά θα επέστρεφε χτες. Ήθελα να τη δω…ίσως από τύψεις που χάθηκα έτσι χωρίς αιτία. Η ώρα όμως περνούσε και εγώ δεν μπορούσα άλλο να περιμένω. Έπρεπε να φύγω καθώς αύριο, σήμερα δηλαδή, θα έφευγα για το σπίτι μου. Το πρωί που ξύπνησα, έμαθα για το ατύχημα και δεν ξέρω πως αλλά το μυαλό μου πήγε σε εκείνη».
Ο αστυνομικός δεν είχε κάτι άλλο να ρωτήσει.
«Και τώρα να μου επιτρέψετε», του είπε ξερά η Κλαιρ, έχοντας αποκτήσει ξανά την κυριαρχία του εαυτού και των συναισθημάτων της.
«Μα…δεν θα παρευρεθείτε…»
«Όχι», τον διέκοψε η Κλαιρ. «Δεν γίνεται. Πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι μου». Αποτελείωσε την φράση της και σηκώθηκε έχοντας πλέον την αυτοκυριαρχία της.
«Όπως επιθυμείτε», απάντησε απλά και ευγενικά ο αστυνομικός.
«Καλή σας ημέρα και ευχαριστώ για τις πληροφορίες».
«Καλό δρόμο», απάντησε ο αστυνομικός συνοδεύοντας την ως έξω.

Τρεις ώρες μετά η Κλαιρ βρισκόταν πίσω στο σπίτι της. Ο Τζέισον την υποδέχτηκε εγκάρδια, αλλά εκείνη δεν του το ανταπέδωσε όσο εκείνος περίμενε. Το απέδωσε στο ότι ίσως ήταν κουρασμένη από το ταξίδι και έτσι της έφτιαξε ένα ζεστό τσάι και την έδωσε χρόνο να χαλαρώσει.
Δεν είχαν μιλήσει για πολλή ώρα.
«Σκοτώθηκε η Μάντι», ήταν η πρώτη είδηση που βγήκε από τα χείλη της.
Ο Τζέισον γύρισε απότομα προς το μέρος της.
«Ποια Μάντι; Η…φίλη σου η Μάντι;», ρώτησε σαστισμένος.
Η Κλαιρ ήπιε μια γουλιά από το αχνιστό ακόμα τσάι της και σούφρωσε τα χείλη της.
«Ναι», είπε απλά ενώ κοιτούσε το Σέντραλ Παρκ έξω από το παράθυρο του καθιστικού.
«Και είσαι τόσο ψύχραιμη;», την ρώτησε ο σύζυγός της.
«Και τι να κάνω Τζέισον;» απάντησε αυστηρά.
Ο Τζέισον το ήξερε αυτό το ύφος και δεν έδωσε συνέχεια στην κουβέντα.
Το βλέμμα της Κλαιρ σκοτείνιασε. Στη σκέψη της ήρθε πάλι το χτεσινό γεγονός. Ήταν αδύνατον να τα είχε ζήσει όλα αυτά. Αλλά πώς εξηγούσε το γεγονός ότι το πρωί ξύπνησε και βρισκόταν στο πάτωμα; Έσμιξε τα φρύδια.
Ο Τζέισον την παρακολουθούσε σιωπηλά όλη αυτή την ώρα και προσπαθούσε να μαντέψει την σκέψη της. Ήταν βέβαιος ότι κάτι βασάνιζε την γυναίκα του όσο και αν ήθελε να φαίνεται σκληρή.
Τίναξε αριστερά-δεξιά το κεφάλι της ώσπου να διαλυθούν οι σκέψεις. Ποτέ δεν θα έβρισκε μια λογική εξήγηση σε όλο αυτό. Παιχνίδια του μυαλού της όλα. Η βροχή, ο ανόητος όρκος που θυμήθηκε, η άσχημη διάθεσή της γενικά. Ή απλά ένα προαίσθημα, ένα προφητικό όνειρο. Όχι πως πίστευε σε αυτά, αλλά τέλος πάντων.
Ο Τζέισον κατάλαβε πως σήμερα δεν θα έπαιρνε καμιά απάντηση από τη γυναίκα του ούτε για το πώς πέρασε ούτε και για τίποτε άλλο φυσικά. Ας περνούσε η μέρα και από αύριο ίσως η διάθεσή της ήταν καλύτερη. Έβαλαν για ύπνο τον μικρό και ξάπλωσαν και εκείνοι να ξεκουραστούν.  Από τη στιγμή εκείνη ζωή της Κλαιρ έγινε μια κόλαση. Η συμπεριφορά της άλλαξε. Έτρωγε με το ζόρι, ξεχνούσε συχνά να πάρει τον μικρό από το σχολείο και στην δουλειά της η απόδοσή της είχε πέσει κατακόρυφα, ήταν συνεχώς αφηρημένη και τα λάθη διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ο διευθυντής της τη έδωσε άδεια για να ηρεμίσει και να ξεκουραστεί. Μέρα με την ημέρα η Κλαιρ γινόταν όλο και πιο απόμακρη. Το βράδυ εκείνο όπως και τα επόμενα που ακολούθησαν ήταν το ένα πιο άγριο από το άλλο. Είτε θα ταλαιπωρούνταν από αϋπνίες είτε όταν τύχαινε να την παίρνει ο ύπνος, ύστερα από λίγο ξυπνούσε ουρλιάζοντας.
Ο Τζέισον είχε τρομοκρατηθεί. Προσπαθούσε να βοηθήσει την γυναίκα του δίχως όμως αποτέλεσμα. Παρά την άρνηση της Κλαιρ, την οδήγησε σε ψυχολόγο και ύστερα σε ψυχίατρο. Εξέταση στην εξέταση αλλά καμιά δεν έδειξε κάποιο πρόβλημα. Κάθε νύχτα επαναλαμβανόταν το ίδιο όνειρο ξανά και ξανά. Το κουδούνι της πόρτας να την ξυπνά, και η Μάντι να στέκεται εκεί, με βλέμμα άδειο και ο ματωμένος δείκτης της να δείχνει ευθεία πάνω στη Κλαιρ. Και κάθε φορά η ίδια φράση: «Θα περιμένω, Κλαιρ, μην αργείς…»
Και η Κλαιρ ξυπνούσε ουρλιάζοντας, με τον κρύο ιδρώτα να της προκαλεί ρίγη σ’ ολόκληρο το κορμί. Με τον δείκτη της να πονάει αφόρητα και τα σεντόνια της πλημμυρισμένα από αίμα. Η κατάσταση όλο και χειροτέρευε όσο περνούσε ο καιρός. Άρχισε πλέον να την βλέπει παντού και όχι μόνο στους εφιάλτες της. Να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι της, δείχνοντάς την επανειλημμένα. Ξυπνούσε και φώναζε στον άντρα της «Διώξ την, διώξ την, δεν αντέχω άλλο να με κοιτάζει».
Ένα βράδυ ο άντρας της ξύπνησε από έναν φοβερό θόρυβο. Ήταν ο ήχος ενός γυαλιού που σπάει. Έτρεξε κατευθείαν στο σημείο από όπου ακούστηκε ο ήχος. Το παράθυρο του μπάνιου ήταν σπασμένο. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο και το θέαμα που αντίκρισε ήταν φρικιαστικό. Η Κλαιρ κείτονταν νεκρή  στον ακάλυπτο με τα άκρα της σε αφύσικες θέσεις. Ο άντρας της κατέβηκε σαν αστραπή. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί.

Το άψυχο σώμα της Κλαιρ ήταν βουτηγμένο σε στο αίμα και δίπλα της κάποιος είχε γράψει μ’ αυτό «Φίλες για πάντα».

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Η άμαξα του αποχωρισμού...

                             
         
          Το ξύλινο εκκρεμές του τοίχου μετράει αδιάκοπα τα λεπτά. Είναι μόλις δύο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. Στους δρόμους του μικρού χωριού η ησυχία μεγαλώνει καθώς οι κάτοικοί του σβήνουν μία-μία τις λάμπες που φέγγουν στα σπίτια τους και παραδίδονται  σιγά-σιγά στην αγκαλιά του Μορφέα που θα τους χαρίσει την ξεκούραση από τον μόχθο της ημέρας. Η νύχτα είναι σκοτεινή και μόνο ο αέρας ψιθυρίζει απαλά περνώντας ανάμεσα από τα δέντρα και τα σπίτια, κροταλίζοντας με ανατριχιαστικό ρυθμό ένα ξεχαρβαλωμένο παραθυρόφυλλο.
          Σε ένα σπίτι όμως, μια γυναίκα είναι αδύνατον να κοιμηθεί. Στέκεται δίπλα στο παράθυρο του δωματίου της, περιμένοντας ήσυχα και υπομονετικά τον γιατρό να καταφτάσει. Ο πολυαγαπημένος σύζυγός της βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι δίπλα της. Στο χαμηλό φως που έβγαζε ένα μοναδικό κερί που έκαιγε στην κάμαρα, μπορούσε να δει το σκελετωμένο του πρόσωπο. Οι συνεχόμενοι, αφόρητοι  πόνοι τον είχαν εξουθενώσει. Ακόμα και τα ισχυρά αναλγητικά που του είχε δώσει ο γιατρός, δεν ήταν πλέον ικανά να τον ανακουφίσουν στο ελάχιστο. Κλείνει το αδύνατο χέρι του μέσα στο δικό της. Το χαϊδεύει απαλά. Νοιώθει την λεπτή, διάφανη σάρκα του. Κρύα, με μια ελάχιστη υποψία ζωής. Ακούει την ανάσα του. Μόλις που αναπνέει. Ξέρει ότι «φεύγει». Ξέρει ότι η ζωή του γλιστράει  σιγά-σιγά και χάνεται, με κάθε ανάσα  που βγαίνει από μέσα του. Ένα μέρος της ψυχής της είναι ευγνώμον, καθώς έτσι δεν θα μπορεί να τον βλέπει άλλο να υποφέρει. Δεν το αντέχει. Από την άλλη θέλει να ουρλιάξει από απόγνωση, να προσπαθήσει έτσι να τον παρακαλέσει να μην την αφήσει μόνη.
          Έξω από το σπίτι ο απαλός, υπόκωφος ήχος από ρόδες και  το κλιπ-κλοπ από οπλές αλόγων αντήχησαν ξαφνικά στην ησυχία της νύχτας. Η γυναίκα που τόση ώρα δεν άφησε τα μάτια της από τον άντρα της, έστρεψε τη ματιά της έξω από το παράθυρο, περιμένοντας να
δει την άμαξα του γιατρού να μπαίνει στο στενό. Αντί γι αυτό, όμως, έκπληκτη αντίκρισε μια σκούρα, κλειστή άμαξα με μαύρες τρύπες εκεί που θα έπρεπε να είναι τα παράθυρα. Τα μπροστινά στελέχη της άμαξας που κρατούν τα άλογα ήταν κενά, όμως εκείνη θα ορκιζόταν ότι άκουγε ακόμη τον ήχο από τις οπλές των αόρατων αλόγων, καθώς η άμαξα κατηφόριζε αργά το στενό δρόμο.
          Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσησε αργά. «Η άμαξα του αποχωρισμού», είπε σιγά  και έφερε τα λόγια του άντρα της στο μυαλό της. Της το ανέφερε μέρες τώρα ο άντρας της, ότι θα ερχόταν να τον πάρει εκείνη τη νύχτα, αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε. Δεν ήθελε να τον πιστέψει. Θεώρησε ότι  είχε παραισθήσεις από τον συνεχή υψηλό πυρετό, ότι  ήταν λόγια ασυνάρτητα και δεν έδωσε σημασία.
          Και τώρα να τη. Να διασχίζει αργά το στενό, να φτάνει έξω από το σπίτι τους και να σταματάει μπροστά στην κεντρική πόρτα. Η όψη της την τρομοκρατεί και σφίγγει το χέρι του άντρα της δυνατά. Εκείνος ανοίγει με δυσκολία τα μάτια του. Δυο λεπτές σχισμές. Μόνο τόσο. Δεν έχει τη δύναμη για περισσότερο. Της χαμογελάει ασθενικά και προσπαθεί να της ανταποδώσει το σφίξιμο.
«Είναι εκεί;», μπόρεσε να αρθρώσει τις λέξεις μέσα από τα δόντια του και η φωνή του ακούστηκε σαν ψίθυρος.
Δεν μίλησε. Ένας κόμπος ήρθε και στάθηκε στον λαιμό της, πνίγοντας της τις λέξεις. Του έγνεψε με το κεφάλι καταφατικά.
«Σ’ αγαπώ», της είπε. Ένα πεντακάθαρο σ αγαπώ βγήκε από τα ξερά του χείλη. Όχι, δεν ήταν από τα χείλη του. Ήταν απ’ την ψυχή του, γι αυτό είχε δύναμη.
Λύθηκε σε λυγμούς. Έγειρε πάνω του και τον φίλησε. Ένοιωσε την τελευταία του ανάσα στα χείλη της. Την κράτησε σαν φυλαχτό. Η λαβή στο χέρι της χαλάρωσε ξαφνικά. Δεν ένοιωθε πλέον το ισχνό σφίξιμο του. Κατάλαβε πλέον ότι δεν ζούσε. Σηκώθηκε όρθια, κοιτώντας τρυφερά μέσα από τα δάκρυά της το ωχρό, ασάλευτο πρόσωπό του.
          Μια ανεπαίσθητη κινητικότητα στην πόρτα την έκανε να γυρίσει το βλέμμα της. Είδε το άυλο πνεύμα του άντρα της να στέκετε εκεί. Εκείνο ατένισε πρώτα το άψυχο σώμα του να κείτεται πάνω στο κρεβάτι και έπειτα έστρεψε το βλέμμα του και χαμογέλασε σε εκείνη. Μετά γύρισε και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Εκείνη με μιας πήγε στο παράθυρο. Το άνοιξε και κοιτούσε ασάλευτη έξω, ελπίζοντας να τον δει ξανά. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και το πνεύμα του άντρα της βρέθηκε στη βεράντα περπατώντας αργά προς την άμαξα. Η πόρτα της άμαξας ανοίγει και εκείνος στέκεται για μια στιγμή να κοιτάξει προς το παράθυρο του σπιτιού, γνωρίζοντας πως η γυναίκα του παρακολουθεί στα σίγουρα όλο αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια της. Την χαιρέτισε. Ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια της. Η πόρτα της άμαξας κλείνει. Έφυγε.
« Αντίο, αγάπη μου», είπε απαλά όταν η άμαξα χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Ο πόνος του άντρα της μόλις είχε τελειώσει, αλλά ο δικός της μόλις είχε ξεκινήσει. Με βαριά καρδιά κλείνει το παράθυρο, καλεί τον γιατρό στο τηλέφωνο και τον ενημερώνει ότι ο άντρας της δεν υπάρχει πια.


Baby-sitting.

               


 Οι γονείς της Κάρα είχαν να παρευρεθούν σε ένα επαγγελματικό δείπνο και έτσι κάλεσαν ξανά τη Βικτώρια, τη κόρη των γειτόνων τους, να προσέχει τη μικρή, όσοι εκείνοι θα απουσίαζαν. Η Βικτώρια είναι ένα  φιλήσυχο πλάσμα, πάντα πρόθυμο να βοηθήσει. Δεν έχει όμως παρέες, πράγμα που κάνει σε όλους τρομερή εντύπωση. Η οικογένεια Πάρκινσον, όμως, την εμπιστεύονταν πολύ για να προσέχει τη μοναχοκόρη τους κάθε φορά που χρειαζόταν.
Έτσι, λοιπόν, και εκείνο το βράδυ αφού τους αποχαιρέτισαν και τους ευχήθηκαν καλή επιτυχία στο επαγγελματικό δείπνο, έκατσαν και οι δυο μπροστά στην τηλεόραση, χαζεύοντας για ώρες τα κινούμενα σχέδια που είχε συνεχώς το παιδικό κανάλι το οποίο  λάτρευε η μικρή.
Η βραδιά πέρασε γρήγορα και ευχάριστα, όπως κάθε άλλη φορά και η ώρα του ύπνου είχε φτάσει για το μικρό κορίτσι.
«Κάρα, ώρα για ύπνο», ακούστηκε η φωνή της Βικτώριας και της έδωσε ένα φιλί στα μαλλιά.
«Αχ, σε παρακαλώ… άφησέ με λίγο ακόμη…» παρακάλεσε ναζιάρικα η Κάρα.
«Είναι ήδη πολύ αργά Κάρα», είπε υπομονετικά η Βικτώρια κοιτώντας ταυτόχρονα με νόημα το ρολόι του τοίχου που έδειχνε  15 λεπτά πριν τα μεσάνυχτα.
Η Κάρα έδειξε να καταλαβαίνει, αλλά πονηρά προσπάθησε να ξεκλέψει λίγο χρόνο.
«Θα μπορούσα τουλάχιστον,  πριν πάω για ύπνο, να έχω λίγο παγωτό;»
«Φυσικά», της είπε γλυκά η Βικτώρια. «Αρκεί να κρατήσεις την υπόσχεσή σου».
Η Κάρα συμφώνησε ανυπόμονα κουνώντας γρήγορα πάνω-κάτω το κεφάλι της.
Η Βικτώρια της χαμογέλασε πλατιά καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ για να πάει στην κουζίνα.
«Μα που πήγατε τον καταψύκτη;», τη ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
«Α, ναι , τον μεταφέραμε στο υπόγειο. Εκεί θα βρεις και τα καρύδια και τα κεράσια», της απάντησε ανυπόμονα.
Η Βικτώρια έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς το υπόγειο χωρίς να σχολιάσει κάτι. Μόλις κατέβηκε και πήρε το παγωτό, κοίταξε αδιάφορα έξω από το παράθυρο και είδε ένα κορίτσι να στέκεται έξω. Δεν της φάνηκε ύποπτο κάτι τέτοιο και έτσι το προσπέρασε αμέσως και ανέβηκε ξανά επάνω χωρίς να δώσει συνέχεια.
Έδωσε το παγωτό στην Κάρα, η οποία το άρπαξε από τα χέρια της με λαιμαργία. Και πριν προλάβει να κάτσει στον καναπέ η Κάρα της απευθύνθηκε ξανά.
«Θα μπορούσα να έχω και λίγη ζεστή σοκολάτα πάνω στο παγωτό μου;»
Για να πάρει την άμεση απάντηση από την Βικτώρια.
 «Φυσικά, γλυκιά μου».
Κατέβηκε ξανά στο υπόγειο. Καθώς έπαιρνε το μίγμα για τη ζεστή σοκολάτα , θυμήθηκε το περιστατικό που συνέβη πιο πριν και από περιέργεια κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο. Προς μεγάλη της έκπληξη το κορίτσι στεκόταν πάλι εκεί. Μόνο που τώρα φορούσε μια μακριά κόκκινη κάπα που σερνόταν αρκετά πίσω της. Όπως ανέβαινε τις σκάλες, ασυναίσθητα σκέφτηκε ότι το κορίτσι ίσως έπαιζε κάποιο παιχνίδι ρόλων και μεταμφιέσεων.
«Ορίστε», της είπε ανέκφραστα δίνοντάς της το αφού το είχε ζεστάνει στον φούρνο μικροκυμάτων και κατόπιν το είχε περιχύσει πάνω στο παγωτό.
«Θα μπορούσα να έχω και λίγα καρύδια ακόμη;»
« Μα δεν το εννοείς…» έκανε εκνευρισμένη η Βικτώρια.
«Σε παρακαλώωωωωω….» απάντησε ικετευτικά η Κάρα.
«Εντάξει», απάντησε ανόρεχτα και φανερά εκνευρισμένη η Βικτώρια ενώ πλησίαζε για ακόμη μια φορά τα σκαλιά του υπογείου. Καθώς έπαιρνε τα καρύδια από ένα μικρό ντουλάπι στον τοίχο, κοίταξε πίσω της έξω από το παράθυρο για να δει ξανά το κορίτσι με την κόκκινη κάπα να στέκεται έξω για ακόμη μια φορά. Τα μάτια της Βικτώριας έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους στην θέα του κοφτερού μαχαιριού που κρατούσε το κορίτσι στο χέρι του. Το βλέμμα της βλοσυρό, την κάρφωνε και της έκοβε την αναπνοή.
Άφησε το σακουλάκι με τα φιστίκια να πέσει στο πάτωμα και ανέβηκε αστραπιαία την ξύλινη σκάλα του υπογείου. Ήταν ώρα να καλέσει την αστυνομία.
«Ω, Βικτώρια, σε ευχαριστώ», της απάντησε ξεφωνίζοντας χαρούμενα  η Κάρα χωρίς καν να γυρίσει να την δει. Της αρκούσε που την άκουσε να ανεβαίνει τις σκάλες.
«Έϊ, μα που είναι τα καρύδια μου;» ούρλιαξε η Κάρα.
«Ε..εεε…ε, ναι ξέρεις Κάρα, γλυκιά μου, σε… σε χρειάζομαι…», προσπάθησε να αρθρώσει τις πρώτες λέξεις.
«Ωχχχ, όχιιιι… θέλω και ένα κερασάκι πάνω στο παγωτό μου…», συνέχισε απτόητη η Κάρα.
 Μη θέλοντας να την ανησυχήσει, η Βικτώρια αποφάσισε να πάει τελικά η ίδια να της φέρει τα φιστίκια που δεν κατάφερε να της φέρει πριν καθώς και το κερασάκι που ζήτησε τώρα και μετά να καλέσει την αστυνομία, αφού θα είχαν ήδη κλειδωθεί και οι δύο στο μπάνιο. Έτσι και αλλιώς, με κλειδωμένες πόρτες και παράθυρα το κορίτσι δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να μπει μέσα στο σπίτι και να τις βλάψει.
Κατεβαίνοντας αργά-αργά τις σκάλες του υπογείου και με τρεμάμενα χέρια, άνοιξε το ψυγείο και πήρε αυτό που ήθελε. Τόλμησε να κοιτάξει για ακόμα μια φορά έξω από το παράθυρο. Όχι, δεν άντεξε. Έκλεισε τα μάτια προτού δει το οτιδήποτε. Αναζήτησε λίγο κουράγιο. Προσπάθησε να ανοίξει ξανά τα μάτια. Το κορίτσι στεκόταν εκεί. Φορώντας την μακριά, κόκκινη κάπα της. Βαστώντας στο χέρι της  το κοφτερό μαχαίρι. Μόνο που τώρα το μαχαίρι ήταν γεμάτο κατακόκκινο αίμα.
Έτρεξε πανικόβλητη πάνω. Έψαξε για την Κάρα, καταλαβαίνοντας ότι μπορεί να έχει γίνει το αδιανόητο. Τη βρήκε νεκρή μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η κραυγή της ακούστηκε σε όλο το σπίτι, σείοντάς το συθέμελα. Κάλεσε την αστυνομία. Έδωσε διεύθυνση και λοιπά στοιχεία και κατέρρευσε. Η αστυνομία μαζί με τους απαρηγόρητους γονείς την βρήκαν σωριασμένη στο έδαφος δίπλα στο άψυχο σώμα της Κάρα.
Μόλις συνήλθε, το βλέμμα της έπεσε πάνω σε αυτό της απαρηγόρητης κυρίας Πάρκινσον.
«Τι συνέβη Βικτώρια;», ούρλιαξε από τον πόνο και την ταρακουνούσε χωρίς να μπορεί να ελέγξει την δύναμή της.
«Ω, Θεέ μου..Θεέ μου… Συγνώμη.. Θεέ μου… Είδα…είδα αυτό το κορίτσι με την κόκκινη κάπα και το μαχαίρι έξω από το παράθυρο του υπογείου σας… έτρ..έτρεξα μα δεν… δεν πρόλαβα…»
Οι γονείς της Κάρα την κοιτούσαν χωρίς να καταλαβαίνουν λέξη…
«Ποιο παράθυρο;», κατάφερε να ψιθυρίσει ξέπνοα, ο πατέρας. «Εμείς…εμείς…δεν έχουμε παράθυρο στο υπόγειο…μόνο καθρέπτες…»