oncontextmenu='return false;'

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Μισοτελειωμένες δουλειές...

           


     

         Το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται  τον τελευταίο χρόνο η Μαρίνα, βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από την σκιά της Ακρόπολης στην οδό Άγρας. Πρόκειται για ένα αρκετά παλιό αλλά πλήρες ανακαινισμένο διώροφο κτίριο το οποίο έχει μετατραπεί σε γραφεία διαφόρων ειδικοτήτων. Η δουλειά της το τελευταίο διάστημα  έχει αυξηθεί τόσο, που αναγκάζεται πολλές φορές να παραμένει ως αργά το βράδυ στο γραφείο, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Εκείνο το βράδυ της 9ης Αυγούστου με την πανσέληνο να λούζει με το ασημέ
νιο της φως της τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και την αφόρητη ζέστη να ξεχύνεται από τον ορθάνοιχτο παράθυρο, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο το έργο της, έμεινε ως πολύ αργά, καθώς η υπόθεση που είχε αναλάβει ήταν ιδιαιτέρως απαιτητική και ο πελάτης εκνευριστικά πιεστικός και δύστροπος.
                Το ρολόι του τοίχου έδειχνε δύο λεπτά μετά τις δύο τα ξημερώματα. Η ησυχία είχε απλωθεί παντού, στο δρόμο αλλά και μέσα στο κτίριο καθώς ήταν η μοναδική που είχε απομείνει να εργάζεται. Το μεταφραστικό κέντρο που στεγαζόταν στο ισόγειο, είχε κλείσει από νωρίς το απόγευμα και ο οδοντίατρος που βρισκόταν στον ίδιο όροφο με εκείνη, είχε ξεμπερδέψει με τον τελευταίο πελάτη στις εννιά και μισή. Τα υπόλοιπα γραφεία του ορόφου δεν λειτουργούσαν όπως και αυτά του δεύτερου ορόφου. Τα πλήκτρα του υπολογιστή της ήταν ο μοναδικός ήχος που ακούγονταν. Πλέον ένοιωθε φοβερά κουρασμένη και αποφάσισε να σταματήσει για σήμερα. Αφού τακτοποίησε όχι και με ιδιαίτερη φροντίδα τα χαρτιά της, πήρε την τσάντα της, βγήκε από το γραφείο της και κλείδωσε την πόρτα. Περπάτησε ως τις σκάλες μιας που το ασανσέρ είχε να το χρησιμοποιήσει πολλά χρόνια, από όταν ήταν φοιτήτρια ακόμα, εξαιτίας μιας εντελώς άτυχης συγκυρίας, ενώ βρισκόταν με άλλα δύο άτομα στο ασανσέρ στον δεύτερο όροφο, το συρματόσχοινο λόγο κακής συντήρησης έσπασε, με αποτέλεσμα να βρεθούν στο ισόγειο χωρίς ευτυχώς να τραυματιστούν σοβαρά. Εξάλλου στον πρώτο όροφο δούλευε. Όσο κουρασμένη και να ήταν μπορούσε να κατέβει έναν όροφο.
            Καθώς προχωρούσε στον διάδρομο του ισογείου, ακούει να καλεί κάποιος το ασανσέρ και το ασανσέρ να ανεβαίνει. Πάγωσε το αίμα της. Ήταν εντελώς σίγουρη ότι όλες αυτές τις ώρες ήταν μόνη της στο κτίριο. Ο οδοντίατρος την είχε καληνυχτίσει φεύγοντας και μάλιστα τον είχε ακούσει να κλειδώνει την κεντρική πόρτα του κτιρίου. Οπότε αν είχε ξαναγυρίσει, θα είχε ακούσει την πόρτα να ξεκλειδώνει, πράγμα που δεν συνέβη ποτέ. Ανησύχησε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα με βήμα ταχύ, κάνοντας τα τακούνια της να κροταλίσουν δυνατά στο μαρμάρινο πάτωμα και την ηχώ τους να κατακλύζει τον άδειο χώρο. Φοβήθηκε μήπως κάποιος είχε ξεμείνει στο κτήριο και την περίμενε ώσπου να βγει από το γραφείο της. Προσπάθησε να ξεκλειδώσει την πόρτα. Το φως του διαδρόμου έσβησε, βυθίζοντας την στο απόλυτο σκοτάδι. Ούτε οι λάμπες του δρόμου ήταν αναμμένες και όλο αυτό την έκανε να αναριγήσει. Ο διακόπτης ήταν αρκετά μακριά της, δεν είχε χρόνο. Το ασανσέρ είναι σε γωνία και στο σημείο που βρισκόταν εκείνη δεν μπορούσε να το δει καλά. Άκουσε την πόρτα του να ανοίγει και μια δέσμη φωτός να φωτίζει το σημείο μπροστά του. Τέσσερα πέντε βήματα στον διάδρομο και μετά σιωπή. Παρέμεινε στην πόρτα για να δει ποιος θα εμφανιστεί και… κανείς! Αέρας! Τρέχει να ανάψει το φως και προχωράει προς το ασανσέρ, έτοιμη να φωνάξει στην περίπτωση που κάποιος προσπαθήσει να της επιτεθεί. Κανείς! Το ασανσέρ είναι ακόμα στο ισόγειο, μα είναι άδειο. Τρέχει προς την πόρτα του μεταφραστικού. Ήταν κλειδωμένη. Απέναντι ήταν η πόρτα που οδηγούσε στο λεβητοστάσιο. Κλειδωμένη επίσης. Με τον κρύο ιδρώτα να την έχει λούσει, αποφασίζει ότι ήταν η ώρα να το βάλει στα πόδια όσο πιο γρήγορα γινόταν. Βγήκε στον δρόμο φανερά αναστατωμένη χωρίς να κλειδώσει την πόρτα. Για καλή της τύχη, εκείνη την ώρα περνούσε ένα ταξί, το οποίο άρπαξε χωρίς δεύτερη σκέψη.
                Την επόμενη ημέρα, το γραφείο πλημμυρισμένο από το λαμπερό φως του ήλιου, δεν την τρόμαζε καθόλου και ξεκίνησε την δουλειά της χωρίς να χάσει χρόνο. Σε μια στιγμή χαλάρωσης απ τη  δουλειά, διηγήθηκε στις συναδέλφους της με κάθε λεπτομέρεια τι είχε συμβεί και ζήτησε να της πουν αν είχαν βιώσει ποτέ και οι ίδιες κάτι ανάλογο. Έγνεψαν αρνητικά, κοιτώντας την ταυτόχρονα με καχυποψία και δυσπιστία. Ήταν έτοιμη να το αφήσει πίσω της όλο αυτό, όταν μια από τις συναδέλφους της, η οποία όλη εκείνη την ώρα παρακολουθούσε σιωπηλή την συζήτηση των υπολοίπων χωρίς να συμμετέχει, αποφάσισε να της φανερώσει κάτι που της είχαν πει παλιότεροι συνεργάτες της όταν είχε πρωτοπιάσει δουλειά εκεί, μα ποτέ δεν τους πίστεψε. Πριν καμιά εικοσαριά χρόνια είχε πεθάνει ξαφνικά από καρδιά στο γραφείο του ένας δικηγόρος…

                                                              Να ήταν άραγε αυτός;

                                                       



               

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

"Τα κλειδιά"







Από σήμερα ξεκινάω μια σειρά από μίνι ιστορίες με γενικό τίτλο ¨Τα κλειδιά¨. Θα αποτελείται από αυτοτελής ιστορίες, που όμως θα έχουν ένα κοινό:  Ο πρωταγωνιστής θα πρέπει να βρει "Τα κλειδιά" κυριολεκτικά ή μεταφορικά για να βγει από μια κατάσταση.



                                      Ιστορία 1η: Η αποθήκη.


Ξύπνησε από τον ισχυρό πονοκέφαλο. Το κεφάλι του το ένιωθε τόσο βαρύ που δεν μπορούσε να το στηρίξει στους ώμους του. Νόμιζε πως θα τρελαινόταν από τον πόνο. Άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του, σε μια προσπάθεια να καταφέρει να βγει από το σκοτάδι που βρισκόταν,αλήθεια ούτε εκείνος γνώριζε πόσες ώρες. Κι όμως αντίκρισε ξανά σκοτάδι. Έσμιξε τα φρύδια. Ο πόνος όμως έγινε πιο ισχυρός. Αμέσως ένοιωσε κάτι υγρό να τρέχει από το σημείο δίπλα στο αριστερό του φρύδι. Ταράχτηκε. Αίμα; Αιμορραγούσε; Πώς ήταν δυνατόν; Προσπάθησε να σηκωθεί. Αδύνατον. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα σφιχτά πίσω στην μέση του. Μα πού βρισκόταν; Τι είχε συμβεί; Προσπάθησε να φέρει στο νου του τα τελευταία πράγματα  που θυμόταν να έχουν συμβεί. Ναι, ως ένα σημείο θυμόταν. Είχε ξεμείνει από τσιγάρα και βγήκε κατευθυνόμενος προς το μίνι μάρκετ της οδού Άντερσεν, στο δυτικό Μανχάταν. Προτίμησε να βγει από την πίσω είσοδο του κλαμπ, αυτή που χρησιμοποιούν οι v.i.p. πελάτες-κολλητός του ιδιοκτήτη βλέπεις- για να αποφύγει όλη την ταλαιπωρία και το στριμωξίδι από τον κόσμο που συνωστίζονταν συνήθως μπροστά, κατέβηκε τη μαρμάρινη σκάλα και έσπρωξε με δύναμη τη βαριά μεταλλική πόρτα. Κούμπωσε ως απάνω το παλτό του, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ελαφρά σκυφτός για να αποφύγει όσο μπορεί τον ψυχρό αέρα που φυσούσε, ξεκίνησε με γρήγορο βήμα. Μόλις προσπέρασε τους κάδους απορριμμάτων,  μια μισοσκισμένη σακούλα κατρακύλησε, σκορπώντας με θόρυβο στο δρόμο διάφορα κονσερβοκούτια. Τρομαγμένος γύρισε να δει τι είχε συμβεί και αντίκρισε μια μάλλον σκουρόχρωμη γάτα. “Fucking cats…” είπε μέσα από τα δόντια του ξεφυσώντας αγανακτισμένος και γύρισε προς την αρχική του κατεύθυνση. Στη θέα του μεγαλόσωμου άντρα που στεκόταν σε απόσταση αναπνοής μπροστά του, πάγωσε. Τα μάτια του κοκάλωσαν. Έκανε δύο αδέξια βήματα προς τα πίσω σκοντάφτοντας σε ένα ζευγάρι πόδια. Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με την πλάτη στον υγρό, παγωμένο δρόμο ώσπου ακούμπησε στον τοίχο. Έστρεφε με μανία το κεφάλι του μια προς τα αριστερά και μια προς τα δεξιά , ενώ πάσχιζε συγχρόνως να σταθεί στα τρεμάμενα πόδια του, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βρει διέξοδο. Που να τη βρει; Σ αυτά τα σημεία της πόλης, τέτοιο δρόμοι είναι συνήθως στενοί, κακοφωτισμένοι, υγροί και αναδίδουν πάντα την αποκρουστική οσμή των ξεχειλισμένων υπονόμων. Τα πόδια του σχεδόν παρέλυσαν μα πριν προλάβει να σωριαστεί στο έδαφος, σαν δαγκάνες τον γράπωσαν δυο γεροδεμένα μπράτσα. Έκανε να φωνάξει. Το μετάνιωσε. Ποιος να τον άκουγε; Και έτσι το στόμα του έχασκε άηχο σαν μαύρη τρύπα για λίγα δευτερόλεπτα ώσπου να το ξανακλείσει. Σκέφτηκε να προβάλει αντίσταση. Ππφφφ… τέσσερις εναντίων ενός. Πόσο γελοία του φάνηκε αυτή η σκέψη. Ένα μαδέρι που κατευθυνόταν στο κεφάλι του και μια σειρά από χρυσά δόντια που ξεπρόβαλαν  μέσα από ένα λοξό, ειρωνικό χαμόγελο ήταν τα τελευταία πράγματα που είδε πριν λιποθυμήσει.
            Δεύτερη προσπάθεια να σηκωθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κυλίσει σαν βαρέλι στο πάτωμα, προτού καταλήξει στο πόδι ενός ετοιμόρροπου τραπεζιού, το οποίο τελικά κατεδάφισε. Ακολούθησε ένα παρατεταμένο επιφώνημα πόνου και κάθε είδους βρισιά, τυλιγμένα όλα σε ένα σύννεφο πυκνής σκόνης. Δεν μπορούσε να την δει, μα μπόρεσε να την γευτεί και να την μυρίσει για τα καλά. Βρισιές και αναθεματίσματα ξανά. Σιώπησε. Προσπάθησε να αφουγκραστεί. Σιωπή. Πόσο εκνευριστική είναι πολλές φορές. Προσπάθησε να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά. Μα δεν υπήρχε λογική σε όλο αυτό. Για τι τον είχαν πιάσει; Τι είχε κάνει;
            Μπρούμυτα όπως ήταν έριξε μια ματιά γύρω του. Τόση ώρα βυθισμένος στο σκοτάδι τα μάτια του είχαν συνηθίσει πλέον και άρχισε σιγά-σιγά να διακρίνει κάποια αντικείμενα στον χώρο. Ήταν σε μια αποθήκη. Σε μια παλιά, βρώμικη και κρύα αποθήκη.
¨Δε μπορεί…¨, μουρμούρισε, ¨κάπου θα υπάρχει μια πόρτα. Από κάπου πρέπει να με έβαλαν εδώ μέσα. Αλλά πρώτα θα πρέπει να λυθώ¨.
Σύρθηκε ως τα κασόνια που ήταν στοιβαγμένα στον απέναντι τοίχο. Φαίνονταν γερά για να στηριχτεί. Τα πλευρά του πονούσαν ακόμα από το χτύπημα, μα θα το τολμούσε. Έπρεπε επιτέλους να σηκωθεί. Κράτησε λίγα εκατοστά απόσταση από αυτά και κυλίστηκε προς τα αριστερά με φόρα, τόση ώστε να σταθεί στα γόνατά του. Σχεδόν πήγε να πέσει από την άλλη, αλλά πρόλαβε να προτάξει τον ώμο του και τα κασόνια συγκράτησαν το βάρος του και έτσι μπόρεσε να σταθεί. Ναι, τα είχε καταφέρει! Μόλις είχε κάνει το πρώτο βήμα. Με την ανάσα του σχεδόν κομμένη από την προσπάθεια και τον πόνο στα πλευρά και το κεφάλι του, δεν είχε την δύναμη να ουρλιάξει από χαρά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Στηριγμένος στα γόνατά του και με όσο του επέτρεπε το σχοινί, άρχισε να περιφέρεται γρήγορα στην αποθήκη. Με το πρόσωπό του για αφή προσπαθούσε να ανακαλύψει οτιδήποτε τραχύ ή αιχμηρό θα μπορούσε να τον ελευθερώσει από τα σχοινένια δεσμά του. Το επόμενο δευτερόλεπτο τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα που έτρεχαν ασυγκράτητα. Ένας σωρός από γυαλιά σκορπισμένα στο πάτωμα καρφώθηκαν στα ήδη ταλαιπωρημένα από το σύρσιμο γόνατά του. Μα φωνή δεν μπορούσε να βγάλει από το στόμα του. Τόσο ισχυρός ήταν ο πόνος. Ακαριαίο το χτύπημα. Έκανε να πλαγιάσει στο πάτωμα μα αμέσως θυμήθηκε τον κόπο του για να σταθεί και πόσο πιο δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο θα ήταν να προσπαθήσει να ξανασταθεί τώρα με τα γυαλιά χωμένα στη σάρκα του. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχε τώρα ενεργοποιηθεί για τα καλά φτάνοντας την αδρεναλίνη του σε υψηλά επίπεδα. Το μυαλό του έπαιρνε χιλιάδες στροφές. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο έσκυψε και με το στόμα του άρχισε να πιάνει προσεκτικά τα μεγάλα κομμάτια γυαλιού και να τα σφηνώνει στα κενά ανάμεσα στα κασόνια. Αφού τοποθέτησε τρία-τέσσερα, γύρισε και άρχισε να τροχίζει τα σχοινιά πάνω τους, αργά και προσεκτικά. Η ώρα όμως περνούσε και έπρεπε να βιαστεί. Άρχισε να τρίβει τα σχοινιά πιο γρήγορα, μα το γυαλί δεν δείχνει ποτέ έλεος. Ένοιωσε κάτι ζεστό να τρέχει στα χέρια  του. Αίμα. Πάλι αίμα. Άρχισε να πονάει καθώς τα γυαλιά έσχιζαν βίαια τη λεπτή του σάρκα. Συνέχισε όμως γιατί ένοιωθε τα χέρια του να χαλαρώνουν κάτω από τα σχοινιά. Τα κατάφερε! Επιτέλους ελευθέρωσε τα χέρια του. Το αίμα κυλούσε ποτάμι στα χέρια του. Χωρίς δεύτερη σκέψη έσκισε το λευκό, μεταξωτό του πουκάμισο και τύλιξε τα χέρια του σφιχτά για να περιορίσει την αιμορραγία. Έπιασε ένα κομμάτι γυαλί και βάλθηκε να τροχίζει το υπόλοιπο σχοινί ώσπου να ελευθερώσει και τα πόδια του. Δεν άργησε ευτυχώς. Τα πληγωμένα γόνατά του, του προκαλούσαν αφόρητους πόνους, μα δεν είχε τον χρόνο να περιποιηθεί και αυτά. Έπρεπε να βρει την πόρτα. Την βρήκε. Ήταν κλειδωμένη ασφαλώς. Κόλλησε το αυτί του στην μεταλλική πόρτα και προσπάθησε να ακούσει το οτιδήποτε. Απόλυτη σιωπή. Στηρίχτηκε στις μύτες των ποδιών του και προσπάθησε να δει από το τζάμι. Κανείς δεν φαινόταν να υπάρχει έξω. Συνέχισε το ψάξιμο.
¨Δε μπορεί, κάπου θα υπάρχει ένα κλειδί, ένα αντικλείδι. Κάπως πρέπει να ξεκλειδώνει αυτή η πόρτα¨, μονολόγησε ψαχουλεύοντας πάνω στον πάγκο. Στα χέρια του έπεσε ένας φακός. Ναι, για καλή του τύχη δούλευε. Άρχισε να φωτίζει την κάθε σκοτεινή γωνιά του δωματίου. Έκανε φύλλο και φτερό κάθε επιφάνεια και κάθε κουτί που έβρισκε. Τίποτα. Απογοητευμένος άρχισε να κουνάει τον φακό πάνω-κάτω φωτίζοντας άσκοπα πάτωμα και ταβάνι. Ή μήπως όχι άσκοπα; Με την άκρη του ματιού του έπιασε κάτι σχετικά μεγάλο να κρέμεται από το ταβάνι στην άλλη μεριά της αποθήκης. Περιεργάστηκε με περιέργεια το κουτί που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του με μια βαριά αλυσίδα, η οποία παρόλα αυτά ήταν έτοιμη να ξεκολλήσει από τα ταβάνι. Σκαρφάλωσε σε μια σιδερένια ραφιέρα λίγο πιο ψηλά από το σημείο που ενώνονταν το κουτί με την αλυσίδα και με ένα σάλτο βρέθηκε στον αέρα και ένα δευτερόλεπτο αργότερα πιάστηκε από την ετοιμόρροπη αλυσίδα, η οποία δεν άντεξε το ξαφνικό βάρος και ξεκόλλησε με θόρυβο από το ταβάνι. Το ξύλινο κουτί έσκασε δυνατά στο πάτωμα σπάζοντας σε πολλά κομμάτια και φανερώνοντας μια αρμαθιά αντικλείδια. Η ελευθερία του για πρώτη φορά φάνταζε τόσο κοντινή. Τρέχοντας έφτασε στη πόρτα. Πρώτο κλειδί, δεύτερο κλειδί, τρίτο κλειδί , τίποτα. Πέμπτο, έκτο, το ίδιο. Και τα επόμενα δύο το ίδιο αποτέλεσμα έφεραν. Έμεναν άλλα δύο. Πιάνει το ένα από τα δύο εναπομείναντα κλειδιά… ¨κλικ¨ ακούστηκε η κλειδωνιά που ξεκλείδωσε. Βγήκε έξω στο πυκνό σκοτάδι. Δεν είχε ιδέα που βρισκόταν. Άρχισε να περπατάει στην ερημιά. Μπροστά του φαίνονταν τα φώτα της πόλης. Αλλά ποιας πόλης; Ξαφνικά ο δρόμος φωτίστηκε με άπλετο φως. Ένα φορτηγό ερχόταν προς το μέρος του. Σήκωσε τα χέρια και έκανε σήμα να σταματήσει. Ο οδηγός του φορτηγού είδε τα ματωμένα ρούχα και το στραπατσαρισμένο σώμα και σταμάτησε στη στιγμή.
            Ξύπνησε την επόμενη ημέρα από το φως που έμπαινε από το παράθυρο του δωματίου στο νοσοκομείο που είχε μεταφερθεί. Προσπαθούσε να εξηγήσει όλο αυτό. Ήταν όνειρο ή το είχε ζήσει στ' αλήθεια; Δύο ημέρες αργότερα ήταν υγιής και ελεύθερος να γυρίσει στο σπίτι και την ζωή του. Άνοιξε την τηλεόραση. Ένα έκτακτο γεγονός είχε συγκλονίσει για άλλη μια φορά την κοινωνία του Μανχάταν. ¨Ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ εμπόρων ναρκωτικών¨ ήταν ο τίτλος. Η φωτογραφία του θύματος του πάγωσε το αίμα. Μπορεί τα δίδυμα να μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό εξωτερικά, ο καθένας μας όμως έχει έναν μοναδικό και ξεχωριστό χαρακτήρα.

Είχε πολλά χρόνια να τον δει. Τον είχε ξεγράψει απ τη ζωή του, από τότε που έμπλεξε.
Έκλεισε την τηλεόραση, πήρε τον χαρτοφύλακά του και πέρασε το κατώφλι γεμάτος σιγουριά.





Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

" Γυναίκα" λέξη όμορφη...





"Αν δεν υπήρχαν γυναίκες, όλα τα λεφτά του κόσμου δεν θα είχαν σημασία". 
Αριστοτέλης Ωνάσης.

"Τα τετραθέμελα του κόσμου τούτου: ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα". 
Νίκος Καζαντζάκης.



Η λέξη γυναίκα είναι σύνθετη. Στο πρόσωπό της αντανακλώνται συνεχώς οι πολλαπλοί ρόλοι που της δόθηκαν. Γυναίκα είναι η μάνα,γυναίκα είναι η αδερφή, γυναίκα είναι η φίλη, γυναίκα είναι η αγαπημένη και πόσα ακόμα πρόσωπα. Δυναμική αλλά και εύθραυστη, προσιτή αλλά και άπιαστη, γήινη αλλά και άυλη. 

Όπως και σε όλους τους ανθρώπους της αξίζει ο σεβασμός και η εκτίμηση ανεξάρτητα σε ποια φυλή ανήκει και σε ποιον θεό πιστεύει και προσεύχεται τα βράδια. Κάθε μέρα και όχι μόνο αυτή τη μέρα. Είθισται τα τελευταία χρόνια, τέτοια μέρα οι απανταχού γυναίκες να βγαίνουν μόνες,χωρίς τους συνοδούς τους, ενέργεια παρεξηγημένη από πολλούς, κυρίως άντρες, οι οποίοι εξαιτίας πιθανών ανασφαλειών τους φοβούνται ότι οι γυναίκες με αυτόν τον τρόπο θέλουν να επαναστατήσουν και να δείξουν την υπεροχή τους. Πόσο λάθος,αλήθεια... Η σημερινή ημέρα όπως και πολλές ακόμα παγκόσμιες ημέρες, είναι απλά μια αφιέρωση, μια υπενθύμιση, μια ανταμοιβή,αν θες, για τα όσα έχει προσφέρει αυτό το πλάσμα σε όλο αυτό που λέγεται "ζωή". Είναι γιορτή και στις γιορτές διασκεδάζουμε. Της αξίζει άλλωστε. Ανά τους αιώνες η γυναίκα πέρασε από πολλά στάδια, από αυτό της παρεξήγησης και της εκμηδένισης σε αυτό της τελειότητας και της εξύψωσης. Και πάλι από την αρχή... Η ζωή της είναι σπείρα, όχι κύκλος. Δεν κλείνει ποτέ. Πάντοτε έπρεπε να αποδείξει κάτι. Τι και αν είναι εκείνη η πηγή της ζωής, πάντα έπρεπε να αποδεικνύει τον λόγο ύπαρξής της. Για πολλούς είναι το ασθενές φύλο. Για μένα όμως είναι το ισχυρό καθώς ανταπεξέρχεται με ευκολία σε κάθε δοκιμασία που θα της δοθεί. Είναι επίσης ευλογημένη και τυχερή γιατί εκείνη θα βιώσει το θαύμα της ζωής...
Κλείνοντας,θα ήθελα να ευχηθώ σε όλες μας χρόνια πολλά,να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας, να βγάζουμε προς τα έξω αυτό που πραγματικά είμαστε χωρίς να προσπαθούμε να γίνουμε κάτι άλλο και τέλος να βιώσουμε την  ευτυχία και την γαλήνη. 

Να μας χαίρεστε,να μας αγαπάτε,να μας ποθείτε,να μας νοιάζεστε,να μας προσέχετε,να μας φροντίζετε,να μας εκτιμάτε,να μας εμπιστεύεστε,να μας συγχωρείτε,να μας καταλαβαίνετε...

                                      Αυτό, αφιερωμένο σε όλες μας!!!



Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Κρίση vs Έρωτας, σημειώσατε διπλό!






Ξεκινώντας με τα πόδια από την 3ης Σεπτεμβρίου στην οποία κατοικώ από τη γέννησή μου, 29 και κάτι ψιλά χρόνια, και περνώντας από την πλατεία Ομονοίας , την  «πίσω αυλή» της πρωτεύουσας όπως άκουσα μια μέρα να την αποκαλούν, με τους αμέτρητους οικονομικούς, πολιτικούς και δεν ξέρω τι άλλο μετανάστες στοιβαγμένους σε ετοιμόρροπα σπίτια που συνεχίζουν να υπάρχουν στα σκοτεινά σοκάκια της, με τα νεαρά κορίτσια-πολλά από αυτά ανήλικα- να ψάχνουν για «πελάτες» ακόμα και μέρα μεσημέρι και με το παραεμπόριο ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα να λαμβάνει χώρα κάτω από το «άγρυπνο» μάτι της Ελληνικής Αστυνομίας, βρίσκομαι πάνω στην πάλαι ποτέ Πανεπιστημίου που τώρα ονόμασαν Ελευθερίου Βενιζέλου, να προσπερνώ-όχι αδιάφορα αλλά τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω;-τους δικούς μας άστεγους, παλιούς και νέους, εκείνους που μέχρι πριν λίγα χρόνια ζούσαν όχι πλουσιοπάροχα, αλλά τουλάχιστον ευπρεπώς και που τώρα  εξαιτίας της οικονομικής κρίσης έχασαν τα πάντα και αντί να διαλέξουν τον δειλό δρόμο της αυτοχειρίας, προτίμησαν να μείνουν στον δρόμο, καρτερώντας το επόμενο ξημέρωμα η ζωή τους να γίνει έστω γκρίζα και σιγά-σιγά να ξαναβρεί το χαμένο, ζωηρό της χρώμα. Φτάνω Πανεπιστήμιο. Πλατεία Κοραή. Έξω από τον σταθμό του μετρό. Το ίδιο σκηνικό: εγκατάλειψη, ζητιάνοι, βρωμιά. Α, ξέχασα! Είναι και οι γυάλινες πυραμίδες! Θέλησαν να μοιάσουν σ’ εκείνες του Λούβρου, μα πέρασαν και ούτε που άγγιξαν… Να και η ομώνυμη στοά. Ένας άλλος κόσμος ξαφνικά. Μπαίνω χωρίς να το σκεφτώ. Το κρύο είναι τσουχτερό και παρόλο το περπάτημα που έριξα δεν μπόρεσα να ζεσταθώ. Μπαίνω στο γνωστό μπαράκι, σ αυτό που συχνάζω τα τελευταία χρόνια. Πάνε, βλέπεις, οι εποχές που τριγυρνούσα στα πρωτοκλασάτα του Κολωνακίου. Με το βλέμμα  ψάχνω την οικεία μου γωνιά στο μπαρ η οποία-ω, ναι! Τι ευχαρίστηση- είναι διαθέσιμη. Ο μπάρμαν, που με έχει μάθει πια, μου σερβίρει αμέσως το γνωστό. Και εκεί που πιάνω να πιω την πρώτη γουλιά, βλέπω ένα ζευγάρι καστανά μάτια να με κοιτούν επίμονα. Αυτό ήταν! Η καρδιά μου ζεστάθηκε με μιας. Αφήνω αργά-αργά το ποτό μου και κάνω πως κοιτάζω αδιάφορα γύρω μου. Εσύ όμως εκεί. Μιας και δεν είχα το κινητό μαζί μου-λόγω κρίσης δεν το είχα πληρώσει και μου το είχαν κόψει- αποφάσισα να συγκεντρωθώ στο φλερτ που μόλις είχες ξεκινήσει. Όταν κατάφερες να μαζέψεις το απαιτούμενο θάρρος και να σκεφτείς τι θα μου πεις, καθώς το τετριμμένο «να κεράσω ένα ποτό;» δεν ίσχυε πλέον στις μέρες μας, σηκώθηκες από την θέση σου, με πλησίασες και αποφάσισες τελικά να είναι είσαι ο εαυτός σου λέγοντάς μου απλά «γεια, είμαι ο Στέφανος. Τι θα έλεγες αν σου ζητούσα να με αφήσεις να ανακαλύψω τι υπάρχει πίσω από αυτό το μυστηριώδες βλέμμα;» Δεν απάντησα. Τα χείλη μου σχημάτισαν αμέσως το χαμόγελο που σου έδινε το πράσινο φως. Δεν είχα να χάσω κάτι. Δεν είχες να χάσεις κάτι. Στη ζωή μου έχω μάθει πως από όλες τις ιστορίες που τελείωσαν, πάντα θα πονάει περισσότερο αυτή που δεν πρόλαβε να αρχίσει. Μιας που δεν υπήρχαν λεφτά και για δεύτερο ποτό, αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε, με λίγη δόση αμηχανίας στην αρχή, καθώς δεν υπήρχε η τεχνητή άνεση που δημιουργεί το αλκοόλ, χαλαρά και με νηφαλιότητα που όμως μας επέτρεψε να δείχνουμε όσο το δυνατόν πιο κανονικοί γίνεται ως δυο άτομα που μόλις πριν λίγο γνωρίστηκαν. Η ώρα είχε περάσει για τα καλά και έπρεπε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας καθώς η αυριανή μέρα ήταν ακόμη-ευτυχώς και για τους δυο μας-εργάσιμη. Με πήγες ως το σπίτι μου. Αφού δεν μπορούσα να σου κάνω αναπάντητη, έβγαλα ένα χαρτάκι και σου έγραψα το τηλέφωνό μου. Τελικά αυτή η κρίση μας έχει κάνει να γυρίσουμε στο παραδοσιακό ραντεβού. Μου είπες πως θα με καλούσες την επόμενη ημέρα. Και έτσι έκανες. Ορίσαμε το ραντεβού μας για τις εννιά το βράδυ. Αποφύγαμε τα κλισέ μέρη όπως η καφετέρια, το μπαράκι ή το σινεμά και αποφασίσαμε να κάνουμε μια μεγάλη βόλτα στην στολισμένη για τα Χριστούγεννα Αθήνα. Και περάσαμε πολύ όμορφα, είναι αλήθεια, χωρίς να χαλάσουμε ούτε ένα ευρώ. Περιπλανηθήκαμε στα σοκάκια της Πλάκας και φτάσαμε στο Μοναστηράκι. Είδαμε τους πλανόδιους ζογκλέρ να κάνουν το νούμερο τους και να διασκεδάζουν τον κόσμο ο όποιος ως ανταμοιβή άφηνε τον οβολό του. Φτάσαμε στο Σύνταγμα και κάτω από το φωτισμένο δέντρο δώσαμε το πρώτο μας φιλί.
Ο καιρός πέρασε γρήγορα, γνωριστήκαμε καλύτερα και αναπόφευκτα ο έρωτας γεννήθηκε ανάμεσά μας. Υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον αιώνια πίστη και αφοσίωση ό,τι και αν γίνει. Να είμαστε ο ένας συμπαραστάτης του άλλου στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Μήπως βιαστήκαμε;  Ο χρόνος μόνο μπορούσε να αποδείξει αν κάναμε λάθος ή όχι.
Ένα χρόνο μαζί σου και νοιώθω σαν να σε ξέρω όλη μου τη ζωή. Ίσως να φταίει που ό,τι και αν αποφασίζουμε να κάνουμε, το κάνουμε με λαχτάρα, του δίνουμε αμέσως ζωή. Μπορεί η κρίση γύρω μας όλο να βαθαίνει, εμείς όμως βρίσκουμε τρόπους να περνάμε καλά. Τι και αν είναι περιορισμένες οι έξοδοί μας; Πολλά βράδια μένουμε στο σπίτι μαγειρεύουμε μαζί και βλέπουμε ταινίες. Άλλοτε πάλι διαβάζουμε, ακούμε μουσική και όταν παίζει το αγαπημένο μας κομμάτι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι. Ακόμα και τις ώρες που απλά τις περνάμε σιωπηλοί στο δωμάτιο, εσύ να διαβάζεις και εγώ να γράφω, για μένα είναι σημαντικές. Οι όμορφες μέρες και νύχτες δεν έχουν τον ήλιο και το φεγγάρι ανάγκη.
Σε μια από τις συναντήσεις μας μου ανακοίνωσες πως έχασες την δουλειά σου. Ήσουν απελπισμένος, φοβισμένος. Δεν το σκέφτηκα καθόλου. Σου ζήτησα να μετακομίσεις στο σπίτι μου. Και το δέχτηκες. Δεν φοβηθήκαμε ότι η καθημερινή ρουτίνα που θα αναπτυχθεί, θα κάνει κακό στη σχέση μας. Αντιθέτως, μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες δεθήκαμε περισσότερο. Ήταν στιγμές που ένοιωθες ότι σε «συντηρώ»,  αλλά για να σε κάνω να νοιώσεις καλύτερα σου έλεγα ότι μου το ανταποδίδεις με το να με φροντίζεις όσο είμαι στο σπίτι. Ένα χρόνο αργότερα μπόρεσες να βρεις επιτέλους μιαν άκρη με τη δουλειά, έχασα όμως εγώ τη δική μου και οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Δεν λέω ότι δεν υπήρξαν και στιγμές που τα προβλήματα στη σχέση μας, μας έκαναν να σκεφτούμε το ενδεχόμενο του χωρισμού. Μα δεδομένης της κατάστασης μπορέσαμε να ελέγξουμε τα συναισθήματά μας και να μην πράξουμε παρορμητικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμείναμε μαζί εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.
Οι διακοπές σε κάποιο κοσμοπολίτικο νησί φάνταζε εξωπραγματικό όνειρο. Έτσι, λοιπόν, το πρώτο μας καλοκαίρι όπως και τα επόμενα δύο που ακολούθησαν, τα περάσαμε στο χωριό, τον τόπο καταγωγής της μητέρας μου. Παραθαλάσσιο όπως ήταν, θα μπορούσαμε να χαρούμε την θάλασσα. Εκεί έγινε αναπόφευκτα και οι γνωριμία με τους γονείς μου. Οι οποίοι μπορώ να πω, σε λάτρεψαν. Για την μητέρα μου έγινες ο γιος που δεν απέκτησε και για τον πατέρα μου ο κολλητός που μπορούσε να κάνει μαζί του κάθε τρέλα, ξαναζώντας τη νιότη του.


Και φτάνουμε στο σήμερα. Το κοντέρ της σχέσης μας έχει καταγράψει τέσσερα υπέροχα χρόνια. Ακόμα παλεύουμε να πραγματοποιήσουμε  το ταξίδι στην Ιταλία που μου έχεις υποσχεθεί. Αλλά δεν πειράζει… Γνωριστήκαμε στα χρόνια της κρίσης και εξαιτίας της ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε έναν αυθεντικό έρωτα και μια δυνατή αγάπη, που δεν στηρίζεται στα υλικά αγαθά, αλλά στην εκτίμηση, τον σεβασμό και στην μαγεία που κρύβεται στα απλά καθημερινά πράγματα. Όταν ερωτεύεσαι πραγματικά, δεν πατάς στη γη, γι αυτό και δεν σκοντάφτεις στα εμπόδια της καθημερινότητας. Δίνεις απλά το χρόνο για να ανθίσει και το χώρο για να ριζώσει.